Τετάρτη 27 Μαΐου 2009

ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ: Πολιτική ανάλυση στο "Καφέ Σαντάν" : Ο Μαυρογιαλούρος και το μοίρασμα του σανού του ενός γαϊδάρου


Στο καφέ του Σώτου, το "Καφέ Σαντάν", η τηλεόραση παίζει τον Μαυρογιαλούρο, καθότι έχουμε κι εκλογές σε λίγες μέρες. Το έργο φαίνεται ν’ αρέσει ιδιαίτερα. Ακόμα και οι πρεφαδόροι, περισσότερο έχουν το νου τους στο έργο παρά στα χαρτιά που παίζουν.

Στο έργο, είναι η στιγμή που ο Κωνσταντάρας, δηλαδή ο υπουργός Μαυρογιαλούρος -στο έργο-, κάνει μια ακόμα πρόβα στο λόγο που θα εκφωνήσει. «Θα», «θα», «θα» και το τελευταίο «θα» δεν προλαβαίνει να το πει, γιατί τον πρόλαβε το γκάρισμα ενός γαϊδουριού που εκείνη τη στιγμή, πέρναγε από εκεί. Το καφενείο σείστηκε απ’ τα γέλια των θαμώνων. Είναι από εκείνες τις στιγμές, που εύκολα καταλαβαίνεις πόσο πολύ περισσότερα είναι εκείνα που ενώνουν τους απλούς ανθρώπους από όσα τους χωρίζουν, ανεξάρτητα απ’ τις πολιτικές τους διαφορές.

Οι θαμώνες, σχολιάζουν τις σκηνές του έργου. Φτάνει τώρα η σκηνή που ο υπουργός μαζί με τους αγανακτισμένους χωριάτες, στέλνουν πεσκέσι τσούρμο τα φάσκελα προς τον Μαυρογιαλούρο στην Αθήνα. Ακόμα δεν ανακάλυψαν ότι ο υπουργός αυτοφασκελώνεται. Και μαζί με τους ηθοποιούς, μερικοί θαμώνες στο καφενείο ενώνουν και τα δικά τους φάσκελα που έχουν κατεύθυνση προς το κέντρο της πρωτεύουσας, αφού εκεί είναι συγκεντρωμένα όλα τα υπουργεία και όλοι οι Μαυρογιαλουραίοι.

- Από τα πιο καλά έργα. Αποφαίνεται ο Θεόφιλος.

- Όσο πιο κοντά στη πραγματικότητα είναι ένα σενάριο, τόσο πιο καλό είναι. Δεν το ξέρεις; Είπε ο Λεωνίδας.

Ο Θεόφιλος, και μαζί μ’ αυτόν και ο Στάθης, και ο παπα-Δημήτρης και ο Μήτσος, ο συνταξιούχος δάσκαλος, που κάθονταν μαζί του κούνησαν το κεφάλι με επιδοκιμασία.

- Μας ρούφηξαν το μεδούλι οι κερατάδες οι πολιτικοί, λέει ο Θεόφιλος.

- Όχι μας το ρούφηξαν, μας το ρουφούν συνεχώς, διόρθωσε ο παπα-Δημήτρης.

- Που θα πάει όμως, παρεμβαίνει απ’ το διπλανό τραπέζι ο Βλάσης, που παρακολουθούσε τη κουβέντα τους, Κυριακή κοντινή γιορτή. Θα τους μαυρίσουμε κι εμείς.

- Θα τους μαυρίσουμε; Ρώτησε όλο αμφιβολία ο Στάθης.

Σιωπή στη παρέα. Ο Στάθης και ο Λεωνίδας κούναγαν το κεφάλι τους όλο νόημα. Σαν να ‘λεγαν : «καλά, τα ξανακούσαμε αυτά».

- Έλα ντε! Συμφώνησε μαζί του ο παπα-Δημήτρης.

- Κανένα Μαυρογιαλούρο δεν πρόκειται να μαυρίσουμε τη Κυριακή, ακόμα κι αν σαν πρόσωπα κάποιους θα τους μαυρίσουμε, είπε ο δάσκαλος. Θα βγάλουμε στη θέση τους άλλους Μαυρογιαλούρους. Την Δευτέρα, πάλι θα φασκελώνουμε αυτούς που εμείς ψηφίσαμε τη Κυριακή.

- Πράγμα που σημαίνει, λέει ο παπα-Δημήτρης, ότι τα φάσκελα αλλού θάπρεπε να πάνε κι όχι στους Μαυρογιαλούρους.

- Σε ποιους παπα-Δημήτρη; Ρωτάει ο Βλάσης.

- Σε μας τους ίδιους!

Καινούρια επιδοκιμασία. Τα κεφάλια ξανακουνούνται όλο νόημα. Εν τω μεταξύ στη τηλεόραση παίζει μια πολιτική διαφήμιση. Είναι της κυβέρνησης. Κι όσο Θεόφιλος θυμάται τον εαυτό του, όλες οι διαφημίσεις των κυβερνήσεων, μοιάζουν, ανεξάρτητα ποιο κόμμα βρίσκεται στη εξουσία. Η διαφήμιση δείχνει νέα έργα παντού, δημόσια νοσοκομεία πεντακάθαρα, με γιατρούς και νοσοκόμες πάνω απ’ το κεφάλι του ασθενή, όλο διάθεση για προσφορά, δείχνει δημόσια σχολεία λες και μπαίνεις στο πιο ακριβό ιδιωτικό σχολείο, δείχνουν ευτυχισμένους καταναλωτές να γεμίζουν τις σακούλες ψώνια, δείγμα πως η ακρίβεια χτυπιέται. Ο Θεόφιλος παρακολουθεί τη τηλεόραση με το στόμα ανοιχτό.

- Κλείσε το στόμα σου Θεόφιλε, του λέει ο παπα-Δημήτρης. Δεν γνωρίζεις τον τόπο σου;

- Η Ελλάδα είναι αυτή;

- Η ίδια αυτοπροσώπως!

Εκεί στο διπλανό τραπεζάκι, η Καλλιόπη και η Στέλλα, μόλις τελειώσανε το τάβλι τους. Παίζανε, αλλά ακούγανε όλη τη συζήτηση που γινότανε στο τραπέζι του Θεόφιλου. Ταυτόχρονα βλέπανε βέβαια όλη αυτή την ώρα και την ταινία με τον Μαυρογιαλούρο.

- Που λες, λέει η Στέλλα απευθυνόμενη στον Θεόφιλο, προχθές πάλι μου ξανανοίξανε το σπίτι.
- Πάλι; Ρωτάει ο Θεόφιλος.
- Πάλι.
- Το λοιπόν;
- Το λοιπόν, δεν λέω κάτι καινούριο. Το ξέρω. Λέω μονάχα ότι στιγμές-στιγμές νομίζω ότι ονειρεύομαι. Ποτέ στη χώρα μας τα πράγματα δεν ήταν ιδιαίτερα καλά, μα είναι η πρώτη φορά που αρχίζω να ανησυχώ στα σοβαρά.
- Μπας και είσαι ρε Στελλάκι, κομμάτι υπερβολική;
- Δεν ξέρω, δεν ξέρω. Ακούω για κυβέρνηση, ακούω για αντιπολίτευση, μα εγώ βλέπω μονάχα σκιές.
- Σκιές; Ρωτάει ο Θεόφιλος.
- Σκιές! Θεόφιλε! Δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις τι θέλω να πω μ’ αυτό.
- Δεν νομίζω να καταλαβαίνω, λέει ο Θεόφιλος.
- Κοίτα εδώ, του λέει η Στέλλα, που ανάβει στο μεταξύ κι ένα τσιγάρο, δείγμα ότι έχει όρεξη για κουβέντα.

Εκείνη όμως τη στιγμή ο Θεόφιλος έχοντας συμπληρώσει κανονικό οράριο στο καφενείο του Σώτου, δεν είχε και πολύ όρεξη να υποστεί το βάσανο της διαφώτισης της Στέλλας. Καλό παιδί η Στέλλα, (βέβαια, τα χρονάκια της τάχει, αφού είναι ήδη συνταξιούχος, όπως κι η Καλλιόπη), μα ο Θεόφιλος δεν είχε άλλη όρεξη για κουβέντα.

- Τις προάλλες, συνέχισε η Στέλλα, ρουφώντας μια τζούρα, είχαμε τη ταλαιπωρία με το κτηματολόγιο.

- Ξεχνιέται αυτή; Λέει ο Θεόφιλος.

- Τώρα, έχουμε τη ταλαιπωρία με τον ΑΚΜΑ, ΣΑΜΚΑ, πώς στο διάολο τον λένε αυτόν. Ναι;

- Ναι! ΑΜΚΑ το λεν.

- Ναι! Κόσμος και ντουνιάς λοιπόν, σα τα ζώα, τρέχουνε γιατί κάποιοι ανεγκέφαλοι έτσι τους ήρθε να μας κάνουνε να τρέχουμε.

-Καλά, τώρα Στέλλα, για να πούμε και του στραβού το δίκαιο, είναι μια ταλαιπωρία που είναι για το καλό μας. Να μπει μια τάξη στο τόπο αυτό σε μερικά πράγματα!

- Σωστό! Πετάγεται από δίπλα ο Γιάννης ο ταξιτζής, πούπινε το καφεδάκι του, καθότι σε λίγο είχε βάρδια, και είπε να πεταχτεί μια βόλτα ίσαμε εδώ το καφενείο, απ’ όπου σε λίγο θάρχονταν ο συνεταίρος του να του παραδώσει το ταξί. Α, σωστό! Όλα κι όλα!

- Περίμενε Γιάννη, του λέει η Στέλλα. Ήθελα να πω, γιατί ρε σεις έπρεπε εμένα τη γυναίκα, με χίλια δυο προβλήματα υγείας πάνω μου, να με ταλαιπωρήσουνε;

- Και πώς θα γινόταν ρε Στέλλα να τα κάνουνε όλα αυτά:

- Δε μου λες ρε Γιάννη; Λέει η Στέλλα. Στο Κτηματολόγιο όλο κι όλο θέλανε τα αντίγραφα των συμβολαίων των ακινήτων και για τον ΑΜΚΑ θέλουνε μια αίτηση για να μας δώσουν τον κωλοαριθμό αυτό. Δεν μου λες, όλα αυτά, αυτό το κράτος που ο Θεός να το κάνει κράτος, δεν τα έχει; Αυτό το κωλοσυμβόλαιο απ’ το ρημάδι το σπίτι μου και το κτηματάκι του πατέρα μου στο χωριό, δεν τάχει το κράτος, δεν τάχει; Όταν το αγόρασα το σπίτι, όταν κληρονόμησα το κτηματάκι, το κράτος πρώτο και καλύτερο δεν το πληροφορήθηκε, με τις εφορίες του, τα υποθηκοφυλακεία του, τις πολεοδομίες του και όλες τις άλλες υπηρεσίες του; Το ότι δουλεύω, τι δουλειά κάνω, πού είμαι ασφαλισμένος, τι διαβόλια και τριβόλια αριθμούς μητρώου έχω στα ΙΚΑ, ΤΕΒΕ, Ταμεία Υγείας και σ’ όλους τους άλλους τους κοινωφελείς κρατικούς οργανισμούς, είναι κάτι απ’ αυτά που δεν ξέρει το κράτος, που Θεός να το κάνει κράτος;

- Ε, δε λέω, λέει ο Γιάννης, τα ξέρει.

- Γιατί τότε Γιάννη μου, που μου τους δικαιολογείς κι από πάνω, δεν ήρθαν σα νοικοκύρηδες που λένε ότι είναι και να μου πούνε, «Στελλάκι, ξέρεις ότι ξέρουμε ότι έχεις τούτο και το άλλο ακίνητο στο όνομά σου, και επομένως, σου στέλνουμε τούτο το μπουγιουρντί να πάς να πληρώσεις τα 25, 50, 100 ευρώ στη Τράπεζα γι’ αυτά που έχεις». Να έρθει το κράτος και να μου πει «Στελλάκι το ξέρουμε ότι είσαι ζωντοχήρα και παίρνεις τούτη τη σύνταξη και ότι έχεις τούτη την ασφάλεια υγείας, και επομένως πάρε τούτη τη καρτέλα με τούτο τον αριθμό, διότι από δω και πέρα, μόνο με τούτο τον αριθμό θα μπορείς να έχεις πάρε δώσε με Ταμεία και λοιπά».

- Έτσι απλά, τόχεις Στέλλα; κάνει ο Γιάννης.

- Πού είναι ρε Γιάννη η δυσκολία; Θα κάνουμε τώρα επιστήμη και το μοίρασμα του σανού του γαϊδάρου; Όχι μάλιστα δυο, μα ενός; Άσε τους επιστήμονες ν’ ασχοληθούνε με κάτι που χρειάζεται περισσότερο νιονό απ’ ό,τι για να πάρεις πτυχίο τρίτης Δημοτικού. Τόσο απλά είναι. Όσο το ένα κι ένα ίσον δύο.

Εν τω μεταξύ, έξω ήρθε ο συνεταίρος του Γιάννη με το ταξί, και κόρναρε. Ο Γιάννης τον είδε, σηκώθηκε, άφησε ένα ευρώ στο τραπέζι, και σηκώθηκε.

- Στέλλα, θα τα πούμε την άλλη φορά.

- Να πας στο καλό, καλή βάρδια τούπε η Στέλλα.

- Σώτο, φωνάζει ο Γιάννης τον καφετζή στο βάθος. Τα λεφτά στα ‘χω στο τραπέζι.

- Καλώς! Φωνάζει ο Σώτος στο βάθος. Τίποτε ρέστα;

- Την άλλη φορά, τούπε ο Γιάννης, που ήδη είχε ανοίξει τη πόρτα και βγήκε έξω.

- Κατάλαβες Θεόφιλε; Είπε η Στέλλα γυρνώντας σ’ αυτόν.

Ο Θεόφιλος μαζεύτηκε, κι έκανε μια γκριμάτσα σα νάλεγε «ωχ, και τώρα τι γίνεται;» Η Καλλιόπη που παρακολουθούσε το διάλογο καπνίζοντας το τσιγάρο της χωρίς να μιλά, τον είδε και χαμογέλασε.

- Είσαι για τέταρτος; Του φωνάζει απ’ το βάθος ο Λεωνίδας, απ’ το τραπέζι με τη πράσινη τσόχα.

Ο Θεόφιλος δεν περίμενε καθόλου. Σηκώθηκε και χτυπώντας τη Στέλλα στον ώμο της κλείνει το μάτι και της λέει :

- Στελλάκι, με συγχωρείς, ε; Θα συνεχίσουμε τη κουβέντα μιαν άλλη φορά.

- Άντε, τυχεράκια, τούπε γελώντας η Καλλιόπη κλείνοντάς του το μάτι κι αυτή.