Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

Το τέλος….Πρώτος παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος: Ενδιάμεσος απολογισμός της θηριώδους μάχης στο χρηματοπιστωτικό κυβερνοχώρο- Μέρος Γ!



Ξεκινώντας, ανορθόδοξα ίσως, με κάποια συμπεράσματα της πρόσφατης συνόδου κορυφής του Λονδίνου (G20), θα λέγαμε ότι πιθανότατα το «παιχνίδι ήταν στημένο» αριστοτεχνικά, με τη βοήθεια των Βρετανών, ενώ η Ρωσία ήταν αυτή που έγειρε αποφασιστικά την τελευταία στιγμή τη «ζυγαριά» προς την πλευρά των Η.Π.Α., δημιουργώντας νέες ισορροπίες. Για τη Γερμανία, η οποία προσήλθε στη σύνοδο εντελώς απροετοίμαστη, ήταν αναμφίβολα μία πραγματική πανωλεθρία (ιδίως μετά την «αυτομόληση» της Γαλλίας), μία σημαντική ήττα σε όλα τα επίπεδα, η οποία ενδεχομένως θα την οδηγήσει για μία ακόμη φορά, όπως και το 1933, στην απομόνωση.

Οι συμπατριώτες της «σιδηράς» καγκελαρίου την «κατηγόρησαν» αμέσως μετά ότι «προσπαθεί να κάνει πολιτική με το καρνέ των επιταγών», μεταφορικά δηλαδή να ηρεμήσει το «διαρρήκτη» που της αφαίρεσε τα χρυσαφικά και την απειλεί με το πιστόλι του, προσφέροντας του επί πλέον χρήματα. Ακόμη δεν μπορούμε πραγματικά να καταλάβουμε γιατί η κυρία Merkel «σύρθηκε» στη σύνοδο κορυφής, αφού ήταν προηγουμένως σε τόσο πλεονεκτική πολιτικά θέση, επιτρέποντας έναν τέτοιο θρίαμβο στον αναμφισβήτητα μεγάλο, ενδιάμεσο νικητή του πρώτου παγκοσμίου οικονομικού πολέμου: στις Η.Π.Α.

Παίρνοντας τώρα τα πράγματα με τη σειρά (θα καταλήξουμε στη χώρα μας, στην Ελλάδα), οφείλουμε να θυμηθούμε ότι κατά τη διάρκεια της αντίστοιχης με τη σημερινή (G20) συνάντησης κορυφής του 1933 στο Λονδίνο, η οποία ακολούθησε το κραχ του 1929 (οι ηγέτες δεν κατάφεραν τελικά να επαναλάβουν το Bretton Woods του 1944, που οδήγησε το δυτικό κόσμο σε μία άνευ προηγουμένου ευημερία - όλες οι χώρες τότε, τόσο αυτές που συμμετείχαν, όσο και πολλές άλλες, αναδείχθηκαν νικητές), ο τότε πρόεδρος των Η.Π.Α. F. Roosevelt αποχώρησε λέγοντας: «Οι διεθνείς συμφωνίες για το παγκόσμιο εμπόριο είναι σημαντικές, αλλά η κατάσταση ανάγκης στη χώρα μου δεν μπορεί να περιμένει, μέχρι να βρούμε τη λύση».

Ο τότε αμερικανός πρόεδρος είχε προσέλθει στη συνάντηση για να βρεθεί μία από κοινού λύση στα προβλήματα που απασχολούσαν τον κόσμο της εποχής του. Το ίδιο θα έπρεπε να ισχύει και για τους υπολοίπους συμμετέχοντες, οι οποίοι όμως φέρεται να αναλώθηκαν σε ατέλειωτες συζητήσεις που δεν κατέληξαν πουθενά, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις που οδήγησαν στο 2ο παγκόσμιο πόλεμο.

Σήμερα, σε πλήρη αντίθεση με τότε, οι αποφάσεις ήταν «προειλημμένες», αφού την ίδια ημέρα της συνάντησης η ΕΚΤ ανακοίνωσε μείωση επιτοκίων μόλις κατά 0,25% (η αγορά ανέμενε τουλάχιστον 0,5%), ενώ η FASB (Συμβούλιο Χρηματοοικονομικών Λογιστικών Προτύπων) ψήφισε νόμο, με τον οποίο διευκολύνονται πλέον τόσο οι τράπεζες, όσο και οι υπόλοιπες αμερικανικές εταιρείες, σε σχέση με την αποτίμηση των παγίων στους Ισολογισμούς τους (δίνεται σημαντικά μικρότερο βάρος στις εκάστοτε τιμές που προσδιορίζονται από τις Αγορές).

Παρά το ότι δηλαδή οι Ευρωπαίοι δηλώνουν επίσημα συναίνεση στην προσφορά χρήματος, δεν μειώνουν αρκετά τα επιτόκια, ενώ αφαιρούν χρήματα από τις αγορές, όπως έχουμε ήδη γράψει. Οι Αμερικανοί με τη σειρά τους, ενώ δήθεν συμφωνούν με την ανάγκη μεγαλυτέρου ελέγχου των χρηματοπιστωτικών αγορών, διευκολύνουν την αδιαφάνεια και περιορίζουν ουσιαστικά τον έλεγχο, επιτρέποντας στις τράπεζες τους να επανέλθουν στην προηγούμενη, επικίνδυνη κατάσταση, αυτήν ακριβώς που προκάλεσε τη σημερινή κρίση.

«Η κυβέρνηση των Η.Π.Α. αφήνει περισσότερο ελεύθερα τα κριτήρια αξιολόγησης των τοξικών χαρτιών. Οι τράπεζες μπορούν πλέον ως δια μαγείας να εμφανίσουν κέρδη από τα σκουπίδια. Είναι αυτή η νέα διαφάνεια που επικαλέσθηκαν οι Η.Π.Α.;», διερωτώνται οι ελβετικές εφημερίδες. «Η κυβέρνηση Obama διαβεβαίωσε τις παγκόσμιες αγορές ότι κάνει ότι καλύτερο μπορεί για να εξυγιάνει το τραπεζικό σύστημα…..Όμως, μήπως με αυτές τις αλλαγές στα λογιστικά πρότυπα, οι ρυθμιστικές Αρχές μας επαναφέρουν στο μηδέν;», αναρωτιούνται οι αμερικανικές εφημερίδες, εννοώντας με «μηδέν» το χρονικό σημείο που ξεκίνησε η κρίση – επαναφορά δε σε εκείνες τις «σκοτεινές μεθόδους» που την προκάλεσαν.

Περαιτέρω, λίγο πριν από τη συνάντηση (31.03), ο πρόεδρος της Ρωσίας λέει σε άρθρο του στη Washington Post: «Πριν από πολύ καιρό προέβλεψε ο Alexis de Tocqueville ένα λαμπρό μέλλον για τις δύο χώρες μας. Μέχρι σήμερα η κάθε μία από τις χώρες μας προσπάθησε να εκπληρώσει αυτήν την “προφητεία” μόνη της. Ο κόσμος περιμένει πως η Ρωσία και οι Η.Π.Α. θα πορευθούν μαζί, με ενεργητικά βήματα, για να δημιουργήσουν ένα ικανοποιητικό κλίμα εμπιστοσύνης στην παγκόσμια πολιτική σκηνή και να μη χαθούν στην αδράνεια ή στη δυσπιστία. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στις δύο χώρες μας να απογοητεύσουν αυτές τις προσμονές…….Το επίπεδο των Ρώσο-Αμερικανικών σχέσεων καθορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό τις διηπειρωτικές σχέσεις, οι οποίες μπορούν να στηρίξουν την τριπλή συνεργασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ρωσίας και των Η.Π.Α.».

Τέλος η Ιαπωνία, στα πλαίσια της συνόδου κορυφής, άσκησε ασυνήθιστα έντονη κριτική στη γερμανίδα καγκελάριο, σε σχέση με την αρνητική τοποθέτηση της, όσον αφορά επόμενα «Κεϋνσιανά» προγράμματα αναθέρμανσης της παγκόσμιας Οικονομίας. «Η Γερμανία δεν έχει προφανώς καταλάβει τη σημασία των οικονομικό-πολιτικών κινήτρων, σαν αντίδραση στην παρούσα κρίση», είπε ο Ιάπωνας πρωθυπουργός στους Financial Times, συνεχίζοντας «Υπάρχουν κάποιες χώρες, οι οποίες κατανοούν τη σημασία της ενίσχυσης των Οικονομιών εκ μέρους του Δημοσίου τους, καθώς επίσης κάποιες άλλες που δεν την καταλαβαίνουν».

Όλα τα υπόλοιπα που ανακοινώθηκαν μετά (ιδίως τα 5 τρις $ από τον Βρετανό Πρωθυπουργό, παρά το τέρας του υπερπληθωρισμού που κρύβεται πίσω τους), τόσο όσον αφορά τα προγράμματα ενίσχυσης των ασθενέστερων οικονομιών μέσω της Παγκόσμιας τράπεζας και του ΔΝΤ, όσο και τα περί συμφωνίας ρύθμισης των αγορών, καθώς επίσης τα περί της καθολικής συναίνεσης που επικράτησε, είναι καλύτερα να τα αντιμετωπίζει κανείς με λιγότερο ενθουσιασμό.

Ας μην ξεχνάμε ότι, εκτός από την Οικονομική πλευρά του θέματος (όπου αναδείχθηκαν νικητές οι Η.Π.Α., περνώντας χωρίς να ρωτήσουν κανέναν στο δεύτερο σκέλος του σχεδίου τους) και την Πολιτική (που έχασε εντελώς τα προηγούμενα πλεονεκτήματα της η Γερμανία, παρά το ότι θεωρητικά είχε εξασφαλισθεί από πριν η Γαλλική συμμαχία), υπάρχει και η Στρατιωτική πλευρά (η σύσκεψη κρυφής του ΝΑΤΟ υπό τον αμερικανό πρόεδρο ακολούθησε αμέσως μετά την G20), με την Ευρώπη να βρίσκεται μάλλον ανυπεράσπιστη ανάμεσα σε δύο Υπερδυνάμεις (τουλάχιστον όσο δεν έχει επιτευχθεί η πολιτική ένωση της), οι οποίες συζητούν ανοιχτά μία μελλοντική συνεργασία τους.

Βέβαια, για την αλλαγή στάσης της Ρωσίας (την οποία έχουν πλέον ανάγκη οι Η.Π.Α. σε σχέση με το Αφγανιστάν), υπεύθυνη είναι η κυρία Merkel η οποία, στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι ένα χρόνο ακριβώς πριν, αντιτέθηκε στα σχέδια του τότε προέδρου Bush, ο οποίος υποστηριζόταν από την Πολωνία και άλλες ανατολικές χώρες. Οι Η.Π.Α. επεδίωκαν την είσοδο της Ουκρανίας και της Γεωργίας στη στρατιωτική συμμαχία, κάτι που φυσικά θα απομόνωνε τη Ρωσία. Η Γερμανία (δυστυχώς γι’ αυτήν), μαζί με τη Γαλλία, εμπόδισαν την είσοδο των δύο χωρών ενάντια στα συμφέροντα των Η.Π.Α. και ανάγκασαν τον αμερικανό πρόεδρο σε μία μεγάλη ήττα του γοήτρου του – μικρότερη βέβαια από την απώλεια του γοήτρου (και όχι μόνο) της Γερμανίας σήμερα.

Στις Η.Π.Α. λοιπόν δόθηκε, απέσπασαν καλύτερα, μία «Παράταση» για να ανταπεξέλθουν με τη μεγαλύτερη ίσως κρίση της ιστορίας τους. Θα λέγαμε ότι θα κατορθώσουν να πετύχουν και το τρίτο μέρος του σχεδίου τους, εάν γνωρίζαμε πόσο ακριβώς είναι υπερχρεωμένη η Οικονομία τους, καθώς επίσης πως θα αντιδράσει η μεσαία τάξη των αμερικανών πολιτών, η οποία είναι ήδη αντιμέτωπη με το πρόβλημα της επιβίωσης και είναι πολύ πιθανόν να «βγει στους δρόμους». Ας ελπίσουμε ότι θα τα καταφέρουν οι Η.Π.Α., ότι δεν θα ξεπεράσει το κρίσιμο 10% η ανεργία στη χώρα τους και ότι δεν θα ακολουθήσει δριμύτερη η «κρίση των κρίσεων», η «Δημοσιονομική», για όλες τις μεγάλες οικονομίες του πλανήτη.

Στις μικρότερες οικονομίες δόθηκε μάλλον μία «Παράταση Χάριτος», που όμως θα ήταν καλύτερα να βιαστούν, αποδεχόμενες τη συρρίκνωση τους (ίσως είναι δυνατόν να την πετύχουν, εάν πάψουν να στηρίζονται στην αύξηση του ΑΕΠ τους, η οποία προϋποθέτει δύσκολες πλέον πιστώσεις). Μία άλλη άποψη είναι πως «Επρόκειτο για μία συνάντηση κορυφής, με μηνύματα διπλής ανάγνωσης» (Spiegel). Η άποψη αυτή ισχυροποιείται από την αμεσότητα των ενεργειών του ECOFIN στην Πράγα, όπου υιοθετήθηκαν μέτρα εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα - θωράκισης δηλαδή των Ευρωπαίων, έτσι ώστε να μην επαναληφθεί η μεγαλύτερη ληστεία στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Πριν ακόμη τώρα ασχοληθούμε με τη χώρα μας, θεωρούμε ότι θα πρέπει να αναφερθούμε εν πρώτοις στο θέμα «ΧΡΕΟΣ», το οποίο πιστεύουμε ότι είναι κυρίως υπεύθυνο για τους περισσότερους σημερινούς προβληματισμούς στην παγκόσμια Οικονομία.

Κατ’ αρχήν, η ύπαρξη και η πρόοδος του καπιταλισμού οφείλονται κυρίως, σε πλήρη αντίθεση με τον κομμουνισμό, στην «καθιέρωση» του χρέους, σαν την κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης. Οι περισσότερο χρεωμένες χώρες σήμερα είναι οι πιο πλούσιες (άρα, σωστά αποφάσισαν πως καλύτερα υπερπληθωρισμός, παρά αποπληθωρισμός). Εκτός των Η.Π.Α., τα επόμενα περισσότερο χρεωμένα κράτη του πλανήτη είναι η Μ. Βρετανία, η Ισπανία, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιαπωνία. Ακολουθεί η Ελβετία με εξωτερικό χρέος περίπου 856 δις $ (2005), σχεδόν στο ίδιο «επίπεδο» με χώρες όπως η Αυστρία, η Ολλανδία, η Σουηδία, ο Καναδάς και η Αυστραλία (Πηγή: Howald/Rothenbuehler).

Το 60% από τις 149 χώρες του πλανήτη, για τις οποίες υπάρχουν στατιστικά στοιχεία, έχουν ελλείμματα στο εμπορικό ισοζύγιο τους (2005), ενώ αντίθετα από τις ανεπτυγμένες, οι αναπτυσσόμενες χώρες από το 1999 και εντεύθεν μειώνουν συνεχώς το δημόσιο εξωτερικό χρέος τους. Μεταξύ άλλων, κοινό χαρακτηριστικό των ανεπτυγμένων χωρών είναι το ότι, σε αντίθεση ξανά με τις αναπτυσσόμενες, το μερίδιο των εξαγωγών στο ΑΕΠ τους είναι πολύ μεγαλύτερο.

Ένα επόμενο κοινό σημείο τους είναι ότι το ποσοστό των Υπηρεσιών στο ΑΕΠ τους (χρηματοοικονομικά, εμπόριο, μεταφορές, τουρισμός κ.α.) είναι συντριπτικά υψηλότερο από τη Βιομηχανία και τη γεωργία (στις περισσότερες είναι της τάξης του 75%). Η αύξηση του ΑΕΠ (του εθνικού «τζίρου» δηλαδή) των ανεπτυγμένων Οικονομιών, στηρίζεται στο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος ενώ, αντίθετα, το χαμηλό (ανύπαρκτο κάποτε) χρέος των πρώην κομμουνιστικών κρατών ήταν «υπεύθυνο» για το χαμηλό ΑΕΠ τους.

Με την πίστωση λοιπόν άρχισε η ραγδαία ανάπτυξη του καπιταλισμού, εντός του οποίου, μέσω των τραπεζών, των ασφαλιστικών ιδρυμάτων, των χρηματιστηρίων κλπ, το χρήμα «λειτουργεί» με το ίδιο «οικονομικό» αξίωμα των γνωστών μας «πυραμίδων». Όπως γράφει ο Frey, «Τα χρήματα που δανείζονται από μία τράπεζα, δεν αφαιρούνται από έναν άλλο καταθέτη. Κανείς δεν έχει πάρει κάποιο γράμμα από την τράπεζα του, με το οποίο να ειδοποιείται πως ο λογαριασμός καταθέσεων του μηδενίστηκε, επειδή η τράπεζα χρειάστηκε τα χρήματα του για να τα δανείσει σε κάποιον άλλο. Επομένως, το χρήμα, το οποίο δανείζεται κάποιος, είναι ένα επί πλέον παραγόμενο χρήμα».

Στην οικονομική θεωρία υπάρχει μία περιγραφή αυτού του φαινομένου, η οποία επεξηγεί το μηχανισμό που οδηγεί στη διαρκή αύξηση της ποσότητας των χρημάτων. Σύμφωνα με αυτήν έχουμε τα εξής:

α) Κάποιος καταθέτει στην Τράπεζα Α ένα ποσόν 1.000 €. Η τράπεζα διατηρεί τα 200 € στους λογαριασμούς της (ρεζέρβες) και δανείζει τα 800 € στην Τράπεζα Β.

β) Η Τράπεζα Β που δανείζεται τα 800 €, δημιουργεί διατηρεί αντίστοιχα τα 160 € στους λογαριασμούς της και δανείζει τα 640 € στην Τράπεζα Γ.

γ) Η Τράπεζα Γ που δανείζεται τα 640 € διατηρεί τα 128 € και δανείζει τα 512 € που «περισσεύουν» κοκ.

Με αυτόν τον τρόπο, έχουμε στο τέλος «καινούργιες» καταθέσεις συνολικά 5.000 €, από την αρχική κατάθεση των πραγματικών 1.000 €, ρεζέρβες αυτά τα 1.000 € και νέες πιστώσεις 4.000 €. Δηλαδή, τα 1.000 € που κατέθεσε ένας και μοναδικός πελάτης έγιναν 4.000 € πιστώσεις και 1.000 € ρεζέρβες – επομένως, «ως δια μαγείας» πολλαπλασιάστηκαν.

Αν συμπεριλάβουμε εδώ τα χρήματα που πολλαπλασιάζονται αυτόματα με τον ίδιο και με πολλούς άλλους τρόπους (χρηματιστηριακά παράγωγα, δομημένα προϊόντα και τόσα άλλα), θα καταλάβουμε το μέγεθος του θεωρητικού ποσού χρημάτων που διακινείται παγκοσμίως. Στην Αγγλία, η ποσότητα αυτή για παράδειγμα αυξήθηκε μέσα σε τριάντα μόλις χρόνια από τα 14 δις λίρες στα 680 δις (Frey). Κατά παρόμοιο τρόπο και όπως γράψαμε σε προηγούμενο άρθρο μας, η επενδυτική αμερικανική τράπεζα Bear Stearns «κατάφερε» να επενδύσει στην αγορά των παραγώγων 13 τρις $, με ελάχιστα σχετικά δικά της χρήματα (leverage).

Όμως (και εδώ ακριβώς οφείλεται η «οικονομική κρίση»), ο μηχανισμός αυτός λειτουργεί και αντίστροφα, εφ όσον υπάρξουν προβλήματα στις αγορές, το σημαντικότερο των οποίων είναι η κατάρρευση της «εμπορικής πίστης» (βλ. άρθρο μας: Εμπορική πίστη: Κινδυνεύει να καταστραφεί ο βασικός πυλώνας του καπιταλισμού, η γέφυρα που συνδέει τα συμφέροντα του ατόμου με την ευημερία της κοινωνίας 3/2/2009). Στο παραπάνω παράδειγμα, το «πρόβλημα» ξεκινάει από τη στιγμή που ο καταθέτης των 1.000 € θα ζητήσει πίσω τα χρήματα του. Για να του τα δώσει πίσω η Τράπεζα Α θα πρέπει να αποσύρει την πίστωση που έδωσε στην Τράπεζα Β κοκ, οπότε στην περίπτωση αυτή η ποσότητα των χρημάτων θα μειωθεί και τα 5.000 € θα γίνουν ξανά 1.000 €.

Φυσικά κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στη συνήθη πράξη, αφού η Τράπεζα Α του δίνει τα χρήματα κάποιου άλλου καταθέτη. Όταν όμως όλοι μαζί oι καταθέτες ζητήσουν πίσω τις καταθέσεις τους, τότε οι τράπεζες αδυνατούν να πληρώσουν και κατά συνέπεια χρεοκοπούν. Αυτό αποτελεί λοιπόν το μεγαλύτερο εφιάλτη των τραπεζών, αφού η ποσότητα των κυκλοφορούντων χρημάτων είναι πολλαπλάσια των κατατεθειμένων και δεν είναι δυνατόν να «αποσυμπιεσθεί» - πολύ περισσότερο όταν υπάρξουν συνθήκες πανικού στην αγορά.

Αυτό έχει συμβεί και σήμερα, με τα ενυπόθηκα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης στις Η.Π.Α., αφού θεωρητικά, όταν κάποια τράπεζα ζήτησε νόμιμα να πληρωθούν πίσω οι απαιτήσεις της και ο οφειλέτης δεν είχε τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, κατέρρευσε ολόκληρο το οικοδόμημα. Στις Η.Π.Α. (πολύ περισσότερο στη Μ. Βρετανία αλλά και αλλού) λειτουργούν τεράστιες «πυραμίδες», μπροστά στις οποίες η γνωστή μας των 50 δις $ του κ. “Madoff” (κατέρρευσε επίσης όταν κάποιος ζήτησε τα χρήματα του πίσω), ήταν η συντριπτικά λιγότερο επώδυνη. Το σύστημα λειτουργεί λοιπόν όσον καιρό υπάρχει εμπιστοσύνη στην «πίστωση» και εξασφαλίζει ένα βιοτικό επίπεδο κατά πολύ υψηλότερο από αυτό που έχουμε πραγματικά επιτύχει. Όσο μεγαλύτερη όμως είναι η απόσταση ανάμεσα στο πραγματικό μας επίπεδο και στο «τεχνητό», τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος της χρεοκοπίας και τόσο λιγότερο ανθεκτική η «πίστη στην πίστωση».

Χωρίς να επεκταθούμε σε περαιτέρω αναλύσεις, είναι πια κατανοητή η «διττή λειτουργία του χρέους» στις σύγχρονες συνθήκες. Από τη μία πλευρά εξασφαλίζει αυτόματα την αύξηση του πλούτου των πλούσιων χωρών, μέσω των επιτοκίων δανεισμού, των χρηματιστηρίων κλπ (βλ. άρθρο μας Παγκόσμια οικονομική κρίση: Χρηματοοικονομικά όπλα μαζικής καταστροφής και αδικαιολόγητες αμοιβές υψηλόβαθμων στελεχών 11/23/2008 ), χωρίς παραγωγική εργασία και εις βάρος των φτωχών κρατών. Από την άλλη πλευρά, «εξασφαλίζει» την αύξηση της φτώχειας των φτωχών χωρών, παρά την παραγωγική εργασία τους, προς όφελος των πλούσιων χωρών. Το πλέον παράδοξο όλων είναι πως όταν οι φτωχές χώρες κερδίζουν κάποια χρήματα, προτιμούν να τα τοποθετούν στις πλούσιες παρά στις δικές τους, επειδή περιμένουν καλύτερες και ασφαλέστερες αποδόσεις (πρόσφατο παράδειγμα η Κίνα, η οποία έχει τοποθετήσει σχεδόν 1,5 τρις $ σε μακροπρόθεσμα ομόλογα των Η.Π.Α.).

Φυσικά η αλήθεια για το χρέος και για τα δύο οικονομικά συστήματα (καπιταλισμό και κομμουνισμό) βρίσκεται όπως πάντα κάπου ενδιάμεσα (χρυσή μεσότητα). Η πίστωση είναι θετική, εφ’ όσον χρησιμοποιείται γενικότερα για επενδύσεις και ποτέ για κατανάλωση - τόσο από τα κράτη, όσο και από τις επιχειρήσεις ή τους ιδιώτες.

Για παράδειγμα, το εκάστοτε κράτος είναι σωστό να δανείζεται χρήματα, εάν πρέπει να κατασκευάσει δρόμους που θα βοηθήσουν τη λειτουργία των πάσης φύσεως επιχειρήσεων. Ο «νεωτεριστής» επιχειρηματίας του Schumpeter, ο οποίος «ευθύνεται» σχεδόν αποκλειστικά για την τεράστια πρόοδο του καπιταλισμού, πρέπει να δανείζεται για να πραγματοποιήσει τις επενδύσεις του. Η επιχείρηση, η οποία καλυτερεύει τις μεθόδους παραγωγικότητας της, πρέπει να ενισχύεται από τα χρηματιστήρια. Ο ιδιώτης με τη σειρά του, ξεκινώντας τη ζωή του, δεν είναι κακό να δανεισθεί για να μείνει σε δικό του σπίτι, εάν το επιτρέπουν η οικονομική θέση και οι προοπτικές της εργασίας του.

Η κάθε επένδυση βέβαια (όπως και ο δανεισμός) πρέπει να γίνεται με σωστά κριτήρια, ενώ η ανάπτυξη που προέρχεται από αυτήν οφείλει να περιορίζεται σε ρυθμούς ανόδου που είναι δυνατόν να διατηρούνται. Το «άριστο» βρίσκεται στη διάρκεια και όχι στην απότομη άνοδο που συνήθως ακολουθείται από την απότομη πτώση.

Περαιτέρω, ο καπιταλισμός δεν είναι παντού ο ίδιος, όπως έχουμε ήδη αναφέρει. Αυτήν την εποχή δε συγκρούονται δύο διαφορετικές «σχολές» του, με άγνωστα αποτελέσματα για την παγκόσμια ευημερία που μας έχει εξασφαλίσει η λειτουργία της ελεύθερης αγοράς, χωρίς υπερβολές (φούσκες) και μονοπώλια:

α) η Αγγλοσαξονική καπιταλιστική σχολή, κύριος εκφραστής της οποίας είναι οι Η.Π.Α. (λιγότερο η Αγγλία), με νοοτροπία και οικονομικό σύστημα που στηρίζεται στη σχετική ελευθερία και στην ανάληψη κινδύνων (υψηλό ρίσκο) και

β) η Κεντροευρωπαϊκή καπιταλιστική σχολή, με κύριο εκπρόσωπό της τη Γερμανία (ακολουθείται πολύ κοντά από τη Γαλλία), με νοοτροπία και οικονομικό σύστημα που στηρίζεται στην περιορισμένη ελευθερία και στην ασφάλεια (μειωμένο ρίσκο).

Η πρώτη έχει αφ’ ενός μεν «εξαπατήσει» σε φοβερό βαθμό τη δεύτερη, αφ’ ετέρου στηρίζεται κυρίως στο χρηματοπιστωτικό της σύστημα, δεν παράγει σχεδόν τίποτα, έχει τεράστια χρέη, συνεχιζόμενα ελλείμματα, καταναλώνει πολύ περισσότερα από όσα διαθέτει κλπ.

Η δεύτερη έχει καταλάβει ότι είναι το μεγάλο θύμα της «πυραμίδας» που δημιουργήθηκε εν αγνοία της, έχει χάσει εντελώς την εμπιστοσύνη της (και πολλά από τα χρήματα της) στο πιστωτικό «σύστημα», διαθέτει πλεονάσματα, καταναλώνει σχετικά συντηρητικά και παράγει μόνη της τα αγαθά που χρειάζεται σε αρκετά μεγάλο βαθμό (αν και η Γερμανία παράγει κυρίως μηχανήματα, όντας περισσότερο εξαρτημένη από τις εξαγωγές και, μέσω των πελατών της, έμμεσα από τις Η.Π.Α., ενώ η Γαλλία παράγει σημαντικές ποσότητες καταναλωτικών αγαθών: βλ. πίνακα Εξαγωγές 2008: Πίνακας κατάταξης των 27 χωρών της Ε.Ε. με βάση τις εξαγωγές τους, με Α.Ε.Π. και Εξαγωγές / % Α.Ε.Π. 2/4/2009 ).

Η πρώτη σχολή για να επιβιώσει χρειάζεται την ελευθερία (ασυδοσία) του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ενώ η δεύτερη θέλει να επιβάλει τον απόλυτο έλεγχο του. Η πρώτη χρειάζεται επίσης ανάπτυξη της παγκόσμιας αγοράς για να συνεχίσει το δρόμο της και να μη χρεοκοπήσει. Σύμφωνα άλλωστε με τον Αμερικανό οικονομολόγο κ. Stigliz: «Οι Η.Π.Α. είναι ολοκληρωτικά υπερχρεωμένες…..οι Η.Π.Α. ήταν πάντοτε “χαρισματικές” στο να μετατρέπουν τις νομοθετικές ενέργειες ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού τους συστήματος σε νέες απορρυθμίσεις….ο Obama βρίσκεται κάτω από την πίεση της Wall Street» (Spiegel). Η δεύτερη σχολή προσανατολίζεται σε συρρίκνωση της αγοράς, ενώ ταυτόχρονα θέλει να διατηρήσει το βιοτικό της επίπεδο (οπότε είναι μονόδρομος η επεκτατική πολιτική, φυσικά με οικονομικά μέσα).

Το που θα καταλήξουν όλα αυτά, θα φανεί πολύ αργότερα, αφού μάλλον δεν λύθηκε το θεμελιώδες πρόβλημα - στο Bretton Woods το 1944 είχε πραγματικά λυθεί. Το βέβαιο είναι ότι όλοι εμείς θέλουμε μία ενωμένη και ισχυρή Ευρώπη των πολιτών της - σίγουρα όχι κάτω από την «προστασία» και τη σκιά κάποιων ηγετικών χωρών: ούτε της Γερμανίας δηλαδή, ούτε των Η.Π.Α. ή της Ρωσίας.

Συνεχίζοντας τώρα με τη χώρα μας, θα αναφέρουμε εν πρώτοις την πρόσφατη τοποθέτηση του Οικονομολόγου (νόμπελ 1987) Robert Solow: «Η παγκόσμια ύφεση θα πρέπει να οδηγηθεί στο τέλος της (να ολοκληρωθεί) και κατόπιν να επανανακινηθεί η Οικονομία εκ νέου. Όσο πιο βαθιά της επιτρέψουμε να πάει (εννοεί με προσθήκη χρημάτων), τόσο πιο δύσκολο θα είναι να τη σταματήσουμε. Αυτές που θα υποφέρουν περισσότερο από όλους θα είναι οι φτωχές χώρες. Δεν υπάρχει καμία εναλλακτική λύση στην εύρεση λύσεων από κοινού και στο συντονισμό των ενεργειών των κρατών».

Περαιτέρω, αυτό που ο καθένας διαπιστώνει αμέσως στην Ελλάδα, είναι πως όλα όσα συμβαίνουν περιστρέφονται γύρω από τα διάφορα κόμματα, καθώς επίσης γύρω από τα υφιστάμενα, πολιτικά και επιχειρηματικά «φέουδα». Χωρίς καμία διάθεση κριτικής, απλά σημειώνουμε ότι σχεδόν τίποτα δεν λειτουργεί «μακριά» από τα κόμματα (είναι εντυπωσιακά μεγάλος ο αριθμός των πολιτικών δημοσκοπήσεων, με τις οποίες ερχόμαστε καθημερινά αντιμέτωποι, καθώς επίσης ο αριθμός των καθαρά κομματικών τηλεοπτικών και λοιπών εκπομπών) ενώ, μεταξύ άλλων, με τη «γραφειοκρατία» εξασφαλίζεται η περαιτέρω παραμονή μας σε αυτό ακριβώς το καθεστώς δυσλειτουργίας. Έχουμε την εντύπωση ότι δεν μπορέσαμε ακόμη να επιτρέψουμε στον καπιταλισμό να διαδεχθεί τη φεουδαρχία, αφού ο καπιταλισμός στηρίζεται κυρίως στην ελεύθερη αγορά και στον ανταγωνισμό, τα οποία δεν έχουν ακόμη εξελιχθεί στη χώρα μας, όπως στις υπόλοιπες δυτικές χώρες.

Σχετικά πρόσφατα «εισήχθηκε» στην Ελλάδα, η οποία μέχρι τότε συμβάδιζε «πολιτικά-ιδεολογικά» με την κεντρική Ευρώπη, μέρος του καπιταλισμού από τις Η.Π.Α. και ειδικά το καταστροφικό «σύστημα του υπερβολικού χρέους» - κατά κάποιον τρόπο «αμερικανοποιώντας» τόσο τις αντιλήψεις, όσο και τις κοινωνικές συμπεριφορές μας. Στην Ελλάδα, όπως ήταν φυσικό επακόλουθο, το σύστημα αυτό «κομματικοποιήθηκε και φεουδαρχήθηκε».

Τόσο εδώ, όσο και στις υπόλοιπες χώρες, αποφύγαμε συνειδητά την έννοια «Δημοκρατία», την οποία εμείς θεωρούμε ταυτόσημη με αυτήν που ανέδειξε ο Πλάτωνας. Κατά τον Πλάτωνα, στην ιδανική αυτή «κατάσταση», η Πολιτεία χωρίζεται σε τρεις κοινωνικές τάξεις:

α) Στην άρχουσα τάξη των Φυλάκων, που έχουν την ευθύνη να διοικούν, πρέπει να έχουν υψηλού επιπέδου μόρφωση σε κάθε τομέα της γνώσης, με κύρια αρετή τη σωφροσύνη (η Δικαιοσύνη κοινή αρετή για όλες τις τάξεις). Η τάξη αυτή δεν επιτρέπεται να έχει ιδιοκτησία, ενώ πρέπει να απέχει από όλες τις προσωπικές διεκδικήσεις (για να αποφευχθεί η κτητικότητα και οι επακόλουθες της συγκρούσεις)

β) Στο συνδυασμό Αστυνομίας και Στρατού, υπεύθυνων για την τήρηση της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας, με κύρια αρετή την ανδρεία, επίσης με αποκήρυξη της ιδιοκτησίας και των άλλων προσωπικών διεκδικήσεων.

γ) Στους απλούς Πολίτες, που ασχολούνται με την εξασφάλιση της τροφής, το εμπόριο και τις χειρονακτικές εργασίες, με κύρια αρετή την αυτοσυγκράτηση και καμία απαγόρευση της ιδιοκτησίας.

Όπως φαίνεται από την παραπάνω απλή περιγραφή της Δημοκρατίας, η οποία ολοκληρώθηκε από τον Αριστοτέλη, όσον αφορά τον απαραίτητο διαχωρισμό των εξουσιών της άρχουσας τάξης (Νομοθετική, Εκτελεστική, Δικαστική), δεν μπορεί καμία χώρα σήμερα να χαρακτηρισθεί αμιγώς Δημοκρατική, αποτελώντας απλά μία κάποια παραλλαγή που ίσως τείνει προς τη Δημοκρατία.

Στη συνέχεια, θωρούμε ότι το αμέσως επόμενο μεγαλύτερο πρόβλημα μας είναι το εξωτερικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, επειδή η μεγέθυνση του αποδεικνύεται σήμερα πάρα πολύ προβληματική. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, το συνολικό εξωτερικό χρέος μας διαμορφώθηκε το 2008 στα 362,6 δις € (αύξηση κατά 54,1 δις € το 2008), από 143,8 δις € το 2002, φτάνοντας στο 150% του ΑΕΠ. Υπολογίζεται ότι από το σύνολο, το 60% οφείλεται στο δημόσιο τομέα και το 40% στον ιδιωτικό.

Σύμφωνα με τον Πρωθυπουργό μας, οι τόκοι που πληρώνουμε ετησίως είναι της τάξης των 12 δις € (μέσο επιτόκιο 4,58%), κάτι που μεταφράζεται σε 1 δις € μηνιαία. Εάν υποθέσουμε ότι το επιτόκιο δανεισμού μας, λόγω της «κρίσης», θα αυξηθεί, έστω κατά 3% (7,58%), η κατάσταση θα είναι εκρηκτική, αφού θα μας επιβαρύνει σταδιακά με πάνω από 7 δις € ετήσια (1,6 δις μηναία).

Για να κατανοήσουμε καλύτερα την έννοια της εισαγωγής του καταστροφικού μεσοπρόθεσμα «συστήματος του υπερβολικού χρέους» στη χώρα μας (σε πολλές άλλες Ευρωπαϊκές χώρες επίσης), αρκεί να αναφέρει ότι το 1982 το εξωτερικό δημόσιο χρέος της Ελλάδας ήταν μόλις 689 εκ. € (μηδενικό σχεδόν), ή 8,9% του τότε ΑΕΠ. Σήμερα, το εξωτερικό δημόσιο χρέος είναι περί τα 217 δις € ή γύρω στο 88,5% του ΑΕΠ (επιφυλασσόμαστε για την απόλυτη ακρίβεια των αριθμών).

Μέσα σε 27 περίπου χρόνια λοιπόν αυξήσαμε το εξωτερικό δημόσιο χρέος μας κατά 79,5% του ΑΕΠ, ήτοι κατά 195,5 δις € (παρά τα μεγάλα ποσά που εισπράξαμε από τα πακέτα στήριξης της ΕΕ, από τα οποία δεν δημιουργήθηκαν δυστυχώς οι υποδομές για το μέλλον – τουλάχιστον όχι στην Παιδεία και στην Υγεία). Εάν τώρα διαιρέσουμε το ποσόν αυτό με τα 27 έτη, θα δούμε ότι δανειζόμαστε 7,25 δις € ετήσια (600 εκ. € μηνιαία), για 27 συνεχόμενα έτη και με τον τρόπο αυτό εξασφαλίσαμε τη σημερινή μας «ευημερία». Είναι λογικό ότι (σε όλα τα πράγματα υπάρχουν όρια) ο δανεισμός αυτός είναι αδύνατον σήμερα να διατηρηθεί, πόσο μάλλον να συνεχισθεί, κάτω από τις δυσμενείς συνθήκες που προέκυψαν από την πιστωτική κρίση.

Όσον αφορά τώρα τον ιδιωτικό τομέα, το «δικό» του εξωτερικό χρέος (από το οποίο επίσης κινδυνεύουμε), οφείλεται κυρίως στο χρηματοοικονομικό κλάδο, ο οποίος αύξησε σημαντικά τον εξωτερικό δανεισμό, μέσω κυρίως των διάφορων ομολογιακών εκδόσεων του. Εάν σκεφθεί δε κανείς ότι, πολλά από αυτά τα χρήματα κατευθύνθηκαν ξανά στο εξωτερικό και ειδικά στις χώρες των Βαλκανίων, όπου επεκτάθηκαν κυρίως οι τράπεζες μας δανείζοντας πολλαπλά χρήματα των εκεί καταθέσεων τους, θα καταλάβει το μέγεθος των πρόσφατων λαθών μας. Το που θα οδηγήσει μεταξύ άλλων αυτό το πρόβλημα την Οικονομία μας, φαίνεται από τα άρθρο: Σύγχρονες αποικίες μέσω οικονομικών κατακτήσεων: Ο αφανής εθνικός κίνδυνος από την υπερχρέωση του ιδιωτικού & δημόσιου τομέα της χώρας μας 3/8/2009.

Με βάση τώρα τα στοιχεία μας, το 71,2% του ΑΕΠ μας προερχόταν από τις Υπηρεσίες (αυξήθηκε ήδη, εάν ισχύουν οι πρόσφατες δημοσιεύσεις, στο 75,9% του ΑΕΠ), το 22% από τη Βιομηχανία και το 6,8% από τη γεωργία. Τα να μειωθεί βέβαια το ειδικό βάρος του τομέα των Υπηρεσιών στο σύνολο και να αυξηθεί αυτό της Βιομηχανίας και της γεωργίας, είναι πολύ δύσκολο για τη χώρα μας.

Με δεδομένο λοιπόν το «ειδικό βάρος» του κλάδου των Υπηρεσιών (Τουρισμός, Τυχερά παιχνίδια, Μεταφορές, Εμπόριο κ.α.), θα έπρεπε εν πρώτοις να παραμείνει κερδοφόρος. Τουλάχιστον όμως οι μεταφορές (κυρίως η Ναυτιλία) δουλεύουν με ζημίες, ενώ οι τιμές των ξενοδοχείων υπολογίζεται να εμφανίσουν πτώση 20% στην Ευρώπη. Η συμμετοχή του τουρισμού στο ΑΕΠ μας είναι πάνω από 16% (40 δις € περίπου). Επομένως, ακόμη και αν καταφέρουμε να μην επηρεαστούν τα μεγέθη, δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να αποφύγουμε την πτώση της κερδοφορίας.

Η Βιομηχανία μας από την άλλη πλευρά, για διάφορους λόγους μη ανταγωνιστική (βλ. άρθρα μας Η αδικαιολόγητα υψηλή εσωτερική κατανάλωση είναι ο βασικός ένοχος της έλλειψης ανταγωνιστικότητας των Ελληνικών επιχειρήσεων και των μειωμένων εξαγωγών 7/5/2008 και Παραγωγικότητα : Πόση «ασφάλεια» μπορούν να αντέξουν οι ελληνικές επιχειρήσεις ; 26/8/2005), θα αντιμετωπίσει μεγάλα προβλήματα τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τα παραπάνω άρθρα, θα έλθει αντιμέτωπη με το τεράστιο πρόβλημα των τιμών πώλησης (πολύ περισσότερο εάν τυχόν επικρατήσει το αποπληθωριστικό σενάριο στην ΕΕ) και κατ’ επέκταση με την κερδοφορία της.

Ήδη φαίνεται ότι οι εξαγωγές μας παρέμειναν σταθερές το 2008 (μόλις 17,5 δις € ή περί το 7% του ΑΕΠ), ενώ οι εισαγωγές μας αυξήθηκαν στα 58,5 δις € (24% του ΑΕΠ), με εμπορικό έλλειμμα περίπου 41 δις € (Πίνακας Ελληνικό εξωτερικό εμπόριο: Συγκριτικοί πίνακες ελληνικού εξωτερικού εμπορίου με βάση διαφορετικές γεωγραφικές περιφέρειες για τα έτη 2006, 2007, 2008. 4/2/2009 ).

Περιμένουμε λοιπόν τη λύση από τη γεωργία; Έχει κανείς σκεφθεί τι θα σημάνει η ταυτόχρονη μείωση του ΑΕΠ και των τιμών (κερδοφορίας) γα όλους τους κλάδους - για παράδειγμα, εάν μειωθούν οι αφίξεις τουριστών κατά 15% και ταυτόχρονα οι τιμές των δωματίων κατά 20%; Μήπως θα ήταν καλύτερα να ακολουθήσουμε μεταξύ άλλων τα επόμενα βήματα διαδοχικά, αργά αλλά σταθερά, ήρεμα αλλά απολύτως αποφασισμένα;

α. Nα εισέλθουμε επιτέλους στο καπιταλιστικό σύστημα της πραγματικά ελεύθερης αγοράς, με ισορροπημένο κοινωνικό πρόσωπο και με ελαχιστοποίηση του «συστήματος του υπερβολικού χρέους»;

β. Να απασχολούμαστε λιγότερο με τα κόμματα και να πάψουμε να ζητάμε συνεχώς τη βοήθεια του κράτους;

γ. Να ενθαρρύνουμε το «νεωτεριστή» επιχειρηματία και να επανακινήσουμε κυριολεκτικά την Οικονομία μας, τώρα που μας παρουσιάστηκε αυτή η ευκαιρία;

δ. Να υποκινηθούμε από κάποια σωστά πρότυπα ιδίου μεγέθους χωρών με τη δική μας, αντιγράφοντας τα πλεονεκτήματα και αποφεύγοντας τα μειονεκτήματα τους;

Ακολουθεί ένας βοηθητικός πίνακας (κατάταξη με κριτήριο τους εργαζομένους), ο οποίος είναι αρκετά αποκαλυπτικός:

ΧΩΡΕΣ

Εργαζόμενοι

ΑΕΠ*

Εξαγωγές *

Εξωτ. Χρέος

Ολλανδία

7,50 εκ.

644,6 δις

465,30 δις

2,28 τρις

Ελλάδα

4,94 εκ.

237,9 δις

25,76 δις

371,5 δις

Ελβετία**

3,85 εκ.

407,7 δις

201,0 δις

1,34 τρις

Αυστρία

3,56 εκ.

328,4 δις

158,3 δις

752,5 δις

Δανία

2,9 εκ.

268,8 δις

102,1 δις

492,6 δις

* 2007 σε δις $ , f.o.b. Πληροφορίες: ip Πίνακας σε $ δικός μας

** Το 80% σχεδόν του ΑΕΠ της προέρχεται από το χρηματοπιστωτικό τομέα

Η Ολλανδία είναι όπως εμείς μία χώρα υπηρεσιών, οι οποίες (υπηρεσίες) στηρίζονται σε δύο πυλώνες: στις Μεταφορές και στα Χρηματοοικονομικά. Ένας από τους τομείς της που παραδοσιακά είναι εξαγωγικά προσανατολισμένος, είναι η γεωργία της (δεύτερη στην παγκόσμια κατάταξη). Το ποσοστό της γεωργίας της στο ΑΕΠ είναι 9,4% - με μία καθαρή αξία εξαγωγών γεωργικών προϊόντων 23,5 δις €, η οποία «ευθύνεται» για το 60% του πλεονάσματος του εμπορικού Ισοζυγίου της χώρας!!

Αν δει κανείς ότι οι Ολλανδοί, κατοικώντας μία χώρα που βρίσκεται κάτω από τη στάθμη της θάλασσας, όχι μόνο δεν την εγκατέλειψαν αλλά κατέχουν μία από τις πρώτες θέσεις στις παγκόσμιες εξαγωγές (δεύτεροι στην Ευρώπη!), σχεδόν με τον ίδιο πληθυσμό με εμάς, θα καταλάβει αμέσως τι πρέπει να κάνει. Πολύ περισσότερο όταν διαθέτει, όπως η Ελλάδα, μία πανίσχυρη διεθνώς ναυτιλία, μία τεράστια «τουριστική» περιουσία, εξαιρετικά δημιουργικό λαό και τις πλέον ιδανικές καιρικές-εδαφικές συνθήκες για τη γεωργία της.

Στις υπόλοιπες χώρες που αναφερθήκαμε στο προηγούμενο άρθρο μας, ίσως επανέλθουμε σε κάποιο επόμενο, αφού δεν διαδραμάτισαν κανένα ρόλο εντός και εκτός της συνάντησης κορυφής, παρά την παρακάτω δήλωση του ικανότατου ηγέτη της Βραζιλίας κ. Lula da Silva: «Αυτή η κρίση προκλήθηκε από λευκούς ανθρώπους, με γαλάζια μάτια, οι οποίοι πριν από την κρίση γνώριζαν τα πάντα και τώρα δεν ξέρουν τίποτα».

Ολοκληρώνοντας τώρα την «δημοσιογραφική τριλογία» μας, την πολεμική μας ανταπόκριση καλύτερα, όπου ακόμη μία φορά διαπιστώσαμε την επικράτηση του «Δικαίου του Ισχυρότερου», το «Μακιαβελισμό» της εξουσίας, καθώς επίσης ότι οι «διαπραγματεύσεις» συνεχίζουν να γίνονται κάτω από τη σκιά των όπλων (ο άνθρωπος δεν έχει αλλάξει στο παραμικρό, παρά τους τόσους αιώνες πολιτισμού πίσω του), θεωρούμε ότι η «κεντροευρωπαϊκή σχολή» υπέστη μία μεγάλη ήττα, από την οποία θα κάνει πολλά χρόνια να συνέλθει. Ας ελπίσουμε ότι, η επανάληψη της απομόνωσης της Γερμανίας δεν μπορεί πια να μας κάνει κανένα κακό, ότι η Ελλάδα θα βρει τον τρόπο να επιβληθεί στην κρίση και ότι οι Η.Π.Α. θα καταφέρουν να επιλύσουν ειρηνικά τα προβλήματα τους, χωρίς καμία άλλη παρενέργεια.

Βασίλης Βιλιάρδος

viliardos@kbanalysis.com

ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΜΕΡΗ

Ο κ. Βασίλης Βιλιάρδος είναι Οικονομολόγος (χρηματοοικονομικά), απόφοιτος της Α.Σ.Ο.Ε.Ε. και με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Δραστηριοποιήθηκε για 16 περίπου χρόνια (1980-1996) με ιδιόκτητη επιχείρηση εισαγωγής & διανομής τροφίμων & ποτών στο Αμβούργο και υποκαταστήματα σε όλη τη Γερμανία. Έχει γράψει πολλά οικονομικά άρθρα, καθώς επίσης το βιβλίο: Υπέρβαση Εξουσίας: Ένα κοινωνικοπολιτικό βιβλίο-θρίλερ, μία συγκλονιστική ιστορία στην καρδιά της Ευρώπης, βασισμένη σε αληθινά γεγονότα 3/1/2008, το οποίο διατίθεται (Φεβρουάριος 2008) από τα βιβλιοπωλεία Ελευθερουδάκης, Παπασωτηρίου και Ιανός.


http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/1483.aspx