Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Χριστιανισμός - Μαρξισμός

Είναι σε κάποιες περιόδους του έτους όπως η παρούσα εορταστική που καθίσταται εντονότερη η (φαινομενική;) αντίφαση μεταξύ αφ᾿ ενός μίας εντελώς επιφανειακής θρησκευτικής ψευδοκατανύξεως, την οποία πολλά άτομα της κοινωνίας προσποιούνται πως τάχα συμμερίζονται, δηλώνοντας, νομίζοντας ή ό,τι άλλο πως η ζωή τους καθοριστικώς νοηματοδοτείται από την «Ορθοδοξία», και αφ᾿ ετέρου της εκ παραλλήλου ηδονιστικής παραδόσεως στην τρυφηλότητα μίας χυδαία υλιστικής καταναλωτικής ευωχίας και αποθεώσεως του στείρα τεχνοκρατικού «μοντερνισμού».

Με δεδομένο ότι ο κορμός της συριζανελικής κυβερνήσεως αποτελείται από δεδηλωμένους αθρήσκους και αθέους κομμουνιστές, οι οποίοι είναι φανερό ότι, παράλληλα με την εθνοαποδομητική-εθνομηδενιστική τους αντζέντα, προωθούν και μία σταδιακώς εντεινόμενη αντικληρικαλική και αντιθρησκευτική στρατηγική, αξίζει να εξετάσουμε εάν και κατά πόσον η, καθοριστικώς επηρεασμένη από τον μαρξισμό, ιδεολογία του Σύριζα όντως ευρίσκεται σε αντιπαράθεση με την ελλαδική εκκλησία και τον ορθόδοξο χριστιανισμό – ή αν, μήπως, ευρίσκονται αμφότερες στην «ίδια πλευρά του λόφου».

Εν σχέσει προς τα ανωτέρω αξίζει να θυμίσουμε τις μεγάλες διαστάσεις που έλαβε πριν λίγο καιρό η σύγκρουση μεταξύ κυβερνήσεως και εκκλησίας η οποία εκδηλώθηκε ως αντιπαράθεση του (τέως πλέον) υπουργού παιδείας Ν. Φίλη με τον αρχιεπίσκοπο της ελλαδικής εκκλησίας Ιερώνυμο, με αφορμή την μεταξύ τους διάσταση απόψεων, αναφορικώς με την θέση, τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών εντός του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος καθώς και σχετικώς με το γενικώτερο θέμα των σχέσεων κράτους-εκκλησίας και της ανάγκης (ή μη) για τον λεγόμενο διαχωρισμό κράτους-εκκλησίας.

Ως υπουργός και στέλεχος του Σύριζα ο Φίλης με την στάση του έναντι της ορθοδόξου ελληνικής εκκλησίας εξέφρασε τις παραδοσιακά αντικληρικαλικές διαθέσεις της μαρξιστικής αριστεράς, που αποτελεί τον πυρήνα του Σύριζα. Η κυβέρνηση ωστόσο, υπό το βάρος της διογκουμένης λαϊκής δυσφορίας ένεκα των εν γένει καταστροφικών χειρισμών και της πλήρως αποτυχημένης πολιτικής της σε όλα τα επίπεδα, δεν θέλησε, ίσως, να ανοίξει ένα ακόμη πολιτικώς επιζήμιο μέτωπο. Προτίμησε, πιθανώς προκειμένου να κερδίσει χρόνο, να «αδειάσει» τον (άρτι μάλιστα ενισχυμένο από τις εσωτερικές κομματικές συνεδριακές διεργασίες του ΣΥΡΙΖΑ) Φίλη, απομακρύνοντάς τον από την θέση του υπουργού παιδείας, επιδεικνύοντας με την κίνηση αυτή εμφανή διάθεση συνθηκολογήσεως και συμβιβασμού με την ελλαδική εκκλησία.

Από την εξέλιξη όμως της συγκεκριμένης αντιπαραθέσεως, και παρά τις αρχικές εντυπώσεις, φαίνεται τελικώς ότι ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος ήταν αυτός που, παρά τους αρχικούς λεονταρισμούς του, υπανεχώρησε αφού, τουλάχιστον εν σχέσει προς τις περί διδασκαλίας των θρησκευτικών αποφάσεις, στην πράξη δεν υπήρξε κάποια ουσιώδης μεταβολή ή αναδίπλωση της κυβερνήσεως…

Κρίνοντας λοιπόν με βάση τόσο την τελευταία αυτή αντιπαράθεση όσο και τις διαχρονικές διακηρύξεις αλλά, περαιτέρω, και βάσει της ειδικώτερης πολιτικής προϊστορίας και του ύφους της ρητορικής που αναπτύσσεται στους κόλπους των δύο αυτών χώρων (εκκλησίας-αριστεράς), θα μπορούσε ίσως επιπολαίως να συμπεράνει κανείς ότι πρόκειται για δύο ριζικώς αντίπαλα κοινωνικά ρεύματα που αντιπροσωπεύουν θεμελιωδώς αντίθετες κοσμοθεωρίες. Είναι όμως πράγματι έτσι τα πράγματα ή μήπως όχι; Το θέμα χρήζει προσεκτικότερης εξετάσεως.

Κρίσιμες πτυχές του συγχρόνου κοινωνικού βίου, όπως π.χ. η στάση έναντι του ρεύματος του μαζικού λαθροεποικισμού των ευρωπαϊκών χωρών από στίφη τριτοκοσμικών λαθρομεταναστών, αποκαλύπτουν περίτρανα τον σκοτεινό ρόλο της χριστιανικής εκκλησίας, με πρωταγωνιστές τους ανώτατους ιεράρχες, ασχέτως της ειδικότερης χριστιανικής ομολογίας στην οποία καθ’ ένας τους ανήκει. Διαβάζοντας την προηγούμενη πρόταση θα σκεφθεί κάποιος ενδεχομένως ότι η επίσημη εκκλησία αντιπροσωπεύει κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι, ο λαϊκός κλήρος, οι κατώτεροι ιερείς, οι οποίοι στην πλειονότητά τους (όσον αφορά τουλάχιστον την ορθόδοξη εκδοχή) εμφορούνται από εθνικά ιδεώδη (έστω και συγκεχυμένα και μεμειγμένα με ιουδαιοχριστιανικές δοξασίες). Όμως, όπως και στην περίπτωση των μαρξιστών που καίτοι οι πλείστοι εξ αυτών δεν θα χαρακτηρίζονταν ατομικώς ως εγκληματικά στοιχεία, στηρίζουν ωστόσο μία καθ’ όλα εγκληματική και εθνοδιαλυτική κοσμοθεωρία, έτσι και οι κατώτεροι ιερείς, καθώς και οι πιστοί, ενταγμένοι καθώς είναι στους κόλπους της ελλαδικής εκκλησίας, αποτελούν μέρος ενός, κατά τεκμήριον, ανοιχτά προδοτικού σε σχέση με την εθνική ιδέα μηχανισμού, πράγμα που σημαίνει ότι και οι ίδιοι, εμμέσως πλην σαφώς, συντελούν στην ολοκλήρωση της εν εξελίξει εθνοαποδομήσεως! Όμως οι ιερείς που φλέγονται από γνήσια εθνικά ιδεώδη, αφ᾿ ετέρου, αποτελούν πια κυρίως υπόθεση του μακρινού παρελθόντος…

Το ζήτημα όμως δεν είναι μόνον επίκαιρο αλλά και διαχρονικό, καθώς η στάση της εκκλησίας υπήρξε (με εξαίρεση ίσως την περίοδο της εθνικής επαναστάσεως, οπότε μία μερίδα του κατωτέρου κλήρου πήρε τα όπλα, με προεξάρχουσα προσωπικότητα τον ηρωικό Παπαφλέσσα) στην χειρότερη περίπτωση προδοτική (όπως π.χ. κατά τις τελευταίες δεκαετίες ζωής του βυζαντινού κράτους, οπότε κυριάρχησε το γνωστό σύνθημα «καλλίτερα τουρκικό φέσι παρά παπικήν τιάρα»…) και στην καλλίτερη περίπτωση, υποσκάπτουσα τις κρατικές δομές και την κοινωνική συνοχή του βυζαντινού κράτους με τις συνεχείς δογματικές διαμάχες, με κυριώτερη την εικονομαχία. Το ανακύπτον, λοιπόν, ερώτημα είναι: από ποῦ πηγάζει αυτή η προδοτική τάση;

Διερευνώντας αυτό το ερώτημα, πρέπει να διπιστώσουμε ότι ο χριστιανισμός, ιδιαιτέρως όπως διατυπώθηκε μέσω των επιστολών του Σαούλ (Παύλου), απετέλεσε και αποτελεί ένα ακραιφνώς διεθνιστικό δόγμα, του οποίου αποστολή εξ αρχής δεν ήταν η προάσπιση της εθνικής συνειδήσεως αλλά, αντιθέτως, η πλήρης διάλυση και καταστροφή της! Ενδεικτικές είναι διάφορες φράσεις που ο ίδιος ο Σαούλ χρησιμοποίησε σε όλες τις επιστολές του (εξαιρουμένης την προς Εβραίους επιστολής, στην οποία μιλά για τον Ιησού υπό το πρίσμα των προφητειών της παλαιάς διαθήκης). Ο σημιτικός χαρακτήρ του πρωτογενούς χριστιανισμού-σαουλισμού έδρασε ως ο κύριος διαβρωτικός παράγων της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, εν συνεχεία ωστόσο, ερχόμενος σε επαφή με την ιπποτική Ευρώπη καθώς και με τον ηρωικό μεσαιωνικό Ελληνισμό, εμβολιάστηκε με στοιχεία της Αρίας πνευματικότητος και αισθητικής, χωρίς όμως ποτέ να εκλείψουν τα κεντρικώς ελλοχεύοντα σημιτικά του σπέρματα, που ενεδρεύοντα επανέφεραν αείποτε τον πρωταρχικό του εβραϊκό χαρακτήρα, ιδίως σε ιστορικές περιόδους παρακμής και εξασθενίσεως του μυχίου αρίου πολεμικού και Κοσμικού χαρακτήρος.

Για όσους τρέφουν αυταπάτες, αποκαλυπτική είναι η σύγκριση του σαουλικού χριστιανισμού με μία νεωτέρα, πολιτική αυτή την φορά, έκφανση του ιδίου σημιτογενούς χαρακτήρος, τον μπολσεβικισμό, ο οποίος εξ αρχής εμφανίστηκε και έδρασε ως απροκαλύπτως αντεθνική κίνηση! Θα ρωτήσει εύλογα κάποιος, τι σχέση δύναται να έχει ένα θρησκευτικό κίνημα με μία κοινωνική και πολιτική θεωρία όπως ο μαρξισμός και με την ιστορική του εκδήλωση τον μπολσεβικισμό, που εξ αρχής διεκήρυσσαν, ότι η θρησκεία είναι το «όπιο των λαών»;

Οι περισσότερες μεταξύ τους ομοιότητες εντοπίζονται σε επίπεδο σημειολογικό, αποκαλύπτουν ωστόσο με απόλυτη σαφήνεια ότι αμφότερα τα δόγματα (θρησκευτικό-πολιτικό) γεννήθηκαν από τον ίδια (μεσανατολική/ιουδαϊκή) μήτρα, μοιράζονται ως εκ τούτου κοινή βαθύτερη ουσία, νοοτροπία και κυτταρικό χαρακτήρα. Υφίσταται εκπληκτική συμφωνία μεταξύ τους, όχι μόνο στην εκδήλωση του κοινού χαρακτήρος, αλλά και σε διάφορα επί μέρους ζητήματα, με προεξέχοντα τα κοινωνικά.

Ιδεολογικές ομοιότητες

Κατά τον ιουδαιοχριστιανισμό, όπως αυτός διατυπώθηκε μέσα από τις σαουλικές επιστολές, δεν υφίσταται διάκριση μεταξύ Έλληνος και Ιουδαίου, ανδρός και γυναικός, ελευθέρου και δούλου (κατά περίεργο όμως λόγο, τέτοιες ιδέες δεν περιέχονται στην … προς Εβραίους επιστολή!). Παρατηρεί κανείς ότι ο χριστιανισμός ουσιαστικώς δεν δέχεται την διάκριση των ανθρωπίνων ποιοτήτων, ισοπεδώνοντας αυτές στο επίπεδο του φουκαρά, του αγαθού, διαστρέφοντας την αληθή αρχαιοελληνική-πλατωνική έννοια του αγαθού, ταυτίζοντάς την διαστρεβλωτικά με την έννοια του αγαθιάρη, του κουτού και του διεφθαρμένου, το απάτριδα, του δούλου, που αίφνης από τελευταίοι γίνονται πρώτοι και πρότυπα, κατά μίαν πλήρη και ολικήν αντιστροφή των αξιών! Από την άλλη, ο μπολσεβικισμός μοιάζει να ταυτίζεται με τα ιουδαιοχριστιανικά κηρύγματα, αφού διεκήρυξε ότι οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα, προώθησε επίσης τον φεμινισμό, δηλαδή την ισοπέδωση της οργανικής παραδοσιακής αντιλήψεως περί των φυσικών ρόλων των φύλων και της δομής της οικογενείας και, βεβαίως, πρώτη του επιδίωξη, την οποία φρόντισε να επιβάλει όπου επεκράτησε, ήταν η εξάλειψη (μέσω εκκαθαρίσεων…) κάθε εννοίας και μορφής αριστοκρατίας, κάθε εξέχουσας ανθρωπίνης ποιότητος, κάθε ανθρώπου όστις προεξείχε της προκρουστείου κλίνης του προλεταριακού αντι-ανθρώπου. Βεβαίως, σε κάποιες περιπτώσεις – ιδίως δε στην παραλλαγή της λεγομένης «ροζ» αριστεράς – επεξέτεινε την σήψη αυτή, προωθώντας την σεξουαλική «απελευθέρωση», ήτοι την άρση διακρίσεως μεταξύ σεξουαλικής υγείας και διαστροφής.

Κι άν φαινομενικώς διαφέρουν κατὰ τις αιμοσταγείς επιδόσεις, τα φαινόμενα απατούν! Δὲν χρειάζεται νὰ κοιτάξουμε ούτε στις σφαγὲς των Ουγενότων ούτε στην Ιερά Εξέταση, οπότε οι εγχώριοι ορνιθόδοξοι Ταλιμπάν θ᾿ αντέτασσαν με ιερή έξαρση πως εκείνοι δεν λογίζονται, διότι είναι «αιρετικοί»: τα δικά μας αρκούν και περισσεύουν! Μια εμπεριστατωμένη σύντομη επισκόπηση ανευρίσκεται εδώ: Θυμηθείτε άλλως τε ότι κι ο αιμοσταγής μπολσεβικισμός κι οι παραφυάδες του τον καλό καιρό μιλούν πάντα για ειρήνη, αγάπη, συναδέλφωση κ.ο.κ.

Μια ακόμα ουσιώδης ομοιότης των δύο ρευμάτων εντοπίζεται στο εξής ειδοποιό σημείο: για ν᾿ αποκτήσει κάποιος τον τίτλο του χριστιανού ή, αντιστοίχως, του κομμουνιστού, κατ΄ αρχήν δεν απαιτείται να επεξεργασθεί κάποια ιδέα και να εμβαθύνει σ’ αυτή, παρά μόνον να δηλώσει την αποδοχή του δόγματος. Το κοινό αυτό σημείο συνδέεται με την προέλευση αμφοτέρων εκ της ανθρωπολογικής-πολιτισμικής χοάνης της μέσης Ανατολής, όπου όλες οι θρησκευτικές αντιλήψεις (κατ’ αντίθεση προς ό,τι ισχύει για την παραδοσιακή άρια κοσμοθέαση) αναφέρονται πάντοτε σε κάποια εξωκοσμική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να γίνει αισθητή και να προσεγγίζεται μέσω του κόσμου (ίσως τα ερημικά περιβάλλοντα εντός των οποίων διεμορφώθη ο μεσανατολικός χαρακτήρ να μην επέτρεπαν την θέαση της θείας φύσεως του κόσμου) ούτε να προσεγγισθεί έσωθεν, διά της εσωτερικής εργασίας και συγκεντρώσεως. Υπό αυτό λοιπόν το πρίσμα, ότι δηλαδή το θείο είναι κατ’ ανάγκη κάτι το εξωτερικώς δεδομένο (εσωτερικώς άγνωστο κι απροσπέλαστο) αλλά και εξωκοσμικό, τα μεσανατολικής προελεύσεως θρησκευτικά δόγματα δεν βασίζονται σε κοσμικές αλήθειες αλλά σε αυθαίρετες δογματικές θέσεις (ενίοτε μάλιστα υπαγορευόμενες με βάση κρατικές/πολιτικές σκοπιμότητες), οι οποίες κατά περίπτωση ονομάστηκαν «δέκα εντολές», «ευαγγελικά δόγματα», «εντολές του Αλλάχ», κ.λπ. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο υποψήφιος πιστός δεν χρειάζεται να εμβαθύνει σε κάτι (αφού το θείο θεωρείται εξ ορισμού ως απρόσιτο) αλλά πρέπει απλά να δηλώσει ότι πιστεύει τυφλά σε αυτές τις αυθαίρετες δογματικές θέσεις και εν συνεχείᾳ να τις τηρεί πιστά. Φυσικά αν δηλώσει ότι άλλαξε γνώμη, με την ίδια ευκολία μπορεί να «πιστέψει» σε κάποιο άλλο, εξ ίσου αυθαίρετο δόγμα. Για λόγους συντηρήσεως του θρησκευτικού κοπαδιού, οι διάφορες μεσανατολικές θρησκείες εφηύραν τα «θαύματα» (προκειμένου να εντυπωσιάζουν τους πιστούς), τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με τις θείες παρεμβάσεις των αρίων μύθων (νοούμενες όμως μέσα σ᾿ έναν ένθεο Κόσμο, όπου υπάρχουν και δρούν και οι θεϊκές δυνάμεις και οντότητες, πάντοτε υπείκουσες εις κι αλληλένδετες με το Μέτρον του Κόσμου), επισείουν δε και τις διάφορες τιμωρίες – φυσικές, όπως την φυσική εξόντωση, είτε «μεταφυσικές» (κατ᾿ αυτό που σ᾿ αυτές υποκαθιστά την Μεταφυσική, δηλαδή), όπως την «κόλαση».

Όσο και να φαίνεται περίεργο το ίδιο ισχύει με την μεσανατολική (πολιτική) παραφυάδα, τον μαρξισμό-μπολσεβικισμό, αφού μπορεί κανείς απλώς και μόνο με μία δήλωση προσχωρήσεως να θεωρείται κομμουνιστής. Και φυσικά μπορεί με πολύ μεγάλη ευκολία να μεταπηδά από τον μαρξισμό σε κάποια άλλη ιδεοληψία (ενδεχομένως σε κάποια παραλλαγή του, όπως τροτσκισμό, μαοϊσμό, κλπ), αλλά και στον φιλελευθερισμό ακόμη επίσης αφού, όπως πολύ συχνά συμβαίνει, ανακαλύπτουμε ότι πλείστοι επιφανείς θερμοί θιασώτες του λιμπεραλισμού έχουν γαλουχηθεί και εκπαιδευθεί πολιτικώς (συνήθως στην νεότητά τους) σε διάφορες κομμουνιστικές νεολαίες και γκρουπούσκουλα.

Σημειολογικές ομοιότητες

Χαρακτηριστική σημειολογική ομοιότης μπολσεβικισμού και πρωίμου χριστιανισμού (ιουδαιοχριστιανισμού-σαουλισμού) εντοπίζεται στην δογματική καταστροφική μανία προς ο,τιδήποτε εκφράζει την αρία ψυχή και αισθητική, εν ονόματι τάχα της «αγάπης» ή της «συναδελφώσεως». Και οι δύο αυτοί μηχανισμοί προ της καταλήψεως της εξουσίας κλαψούριζαν για τις «διώξεις» που υφίσταντο – και οι οποίες, στον μικρό βαθμό που δεν αποτελούν φαντασιόπληκτα μυθεύματα συναξαριστών και επισκόπων, ήσαν μόνον εύλογες, αφού η δράση τους προκαλούσε κοινωνική αναταραχή και κρατική αποσάθρωση – εμφανίζοντας και αγιοποιώντας εκ παραλλήλου διαφόρους (κυρίως κατά φαντασίαν) μάρτυρες (διωγμός από τους Αιγυπτίους, χριστιανοί «μάρτυρες», σφαγή των νηπίων, «ήρωες» της «εθνικής» αντίστασης, «ήρωες» του πολυτεχνείου, εβραϊκό ολοκαύτωμα© – και τόσα άλλα). Η στάση τους οσάκις κατελάμβαναν την εξουσία διέφερε πράγματι πάρα πολύ από εκείνην των προηγουμένων καθεστώτων, τα οποία ανέτρεψαν, αφού η αγριότης τους και το υστερικό ταλμουδικό τους μίσος ήταν κυριολεκτικά άνευ προηγουμένου. Ο χριστιανισμός ασχημόνησε μανιωδώς και λυσσαλέως επί των αρχαίων μνημείων και ναών, τους οποίους στην καλλίτερη περίπτωση μετέτρεπε σε χριστιανικές εκκλησίες (στην χειρότερη τους κατεδάφιζε), επί αρχαίων καλλιτεχνημάτων, τα οποία κακοποίησε και συστηματικώς ακρωτηρίασε (αφού η μεσανατολική απέχθεια για το ανθρώπινο κάλος τον είχε διαποτίσει μέχρι το μεδούλι) και επί ανθρώπων των οποίων το πνεύμα παραήταν φωτεινό, όπως χαρακτηριστικώτατα η Υπατία (την οποίας το φρικτό λυντσάρισμα υπεκίνησε ο «πατριάρχης» Κύριλλος Αλεξανδρείας, μέγας «άγιος» της εκκλησίας, που τον μνημονεύει ο παππάς κάθε φορά πριν το «δι᾿ εὐχών»!) και ο Ιουλιανός (του οποίου την δολοφονία πιαθανότατα υπεκίνησε η εκκλησία, αφού ο «μέγας» Βασίλειος την απέδωσε στον νεκραναστημένο (!) εν είδει ζόμπι, κατά το χριστιανικό αφήγημα, «άγιο» Μερκούριο). 
Ο κομμουνισμός αντιστοίχως, του οποίου η ανάμνηση είναι και πιο πρόσφατη, με την ίδια μανία κατέστρεψε όπου επεκράτησε ό,τι ομορφώτερο διέθετε ο ευρωπαϊκός χριστιανισμός που ενδόμυχα αντανακλούσε την αρία αισθητική, όπως διαφόρους μεγαλοπρεπείς ναούς τους οποίες ανετίναξε, καταστρέφοντας μοναδικού κάλλους έργα τέχνης και αρχιτεκτονήματα. Όσον δε αφορά τις σφαγές ανθρώπων, ξεπέρασε κατά πολύ τον χριστιανισμό, αφού τα θύματά του σε όλον τον κόσμο κατά τον εικοστό αιώνα ίσως ξεπερνούν και τα εκατό εκατομμύρια! Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι και η ετέρα εβραϊκής εμπνεύσεως ιδεοληψία, ο λιμπεραλισμός, από κοινού με τον μαρξισμό ισοπέδωσαν ανενδοίαστα ολόκληρη την Ευρώπη, καταστρέφοντας ανυπολογίστου αξίας μνημεία, και φυσικά δολοφονώντας εκατομμύρια ανθρώπους με σαδιστικό μίσος, χρησιμοποιώντας συστηματικά σχέδια εξολοθρεύσεως αμάχων, π.χ. με βόμβες λευκού φωσφόρου, όπως στην περίπτωση της Δρέσδης, του Αμβούργου και τόσων άλλων πανέμορφων, απαράμιλλης αρχιτεκτονικής αξίας πόλεων.

Περισσότερο χαρακτηριστική είναι ωστόσο η ομοιότης του «παραδείσου», σοσιαλιστικού ή μη, και οι αντίστοιχες αντιλήψεις «εκπτώσεως» από αυτόν. Στον ιουδαιο-χριστιανισμό αναφέρεται ο παράδεισος, μέσα στον οποίο αρχικά ο άνθρωπος ευρίσκετο σε κατάσταση πλήρους συμφωνίας με τις χριστιανικές επιταγές (δηλαδή περίπου μία κούκλα-ρομπότ χωρίς δική της βούληση, υποτεταγμένη σε κάποιο ον το οποίο της απαγόρευε … την γνώση!!!) έως ότου η γνώση, ως το ζήτημα του «προπατορικού αμαρτήματος» (δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι ο χριστιανισμός κατά τους πρώτους αιώνες της επικρατήσεώς του επιτέθηκε μανιωδώς στους φορείς της γνώσεως) τον οδήγησε στην πτώση από τον παράδεισο. Αντιστοίχως στον μπολσεβικισμό, σύμφωνα με το μαρξιστικό δόγμα, η πτώση του ανθρώπου ξεκινάει με το προπατορικό αμάρτημα της ιδιοκτησίας, που τερμάτισε τον αρχικό «παράδεισο της κοινοκτημοσύνης»… Για την ανάκτηση του (απολεσθέντος) παραδείσου, ο μεν χριστιανισμός προτείνει την απόλυτη πίστη στην χριστιανική διδασκαλία και την πλήρη υποταγή στην «κιβωτό της σωτηρίας» (γιὰ την «άλλη ζωή»), την εκκλησία, ενώ ο μαρξισμός την «εργατική επανάσταση» με σκοπό την αποκατάσταση μίας αταξικής κοινωνίας…

Επί πλέον σημειολογική ομοιότητα συνιστά η τάση αμφοτέρων προς πολυδιάσπαση σε αιρέσεις-φράξιες. Είναι γνωστόν ότι κατά τους πρώτους αιώνες της επικρατήσεώς του ο χριστιανισμός χωρίστηκε σε διάφορες ομάδες, πέραν της εκδοχής που τελικώς επεκράτησε, π.χ. στον αριανισμό, τον νεστοριανισμό και τον μονοφυσιτισμό. Μετέπειτα η χριστιανισμός χωρίστηκε σε εικονομάχους και εικονολάτρες (στα βυζαντινά εδάφη) και, τελικώς, σε ορθοδόξους, καθολικούς και διαμαρτυρομένους (με τους τελευταίους να διαιρούνται εκ νέου σε αμέτρητες άλλες εκκλησίες). Σε όλες τις περιόδους η κάθε ομάδα κατηγορούσε (και συνεχίζει να κατηγορεί) τις υπόλοιπες ως «αιρετικές», που διαστρεβλώνουν το δόγμα ή παρεκκλίνουν από τις ιερές γραφές, επικαλούμενες ενίοτε διάφορες οικουμενικές συνόδους. Αντιστοίχως στην βραχεία (σε σχέση με την χριστιανική) ιστορία του μαρξισμού-κομμουνισμού οι υποστηρικταί του χωρίστηκαν σε μαρξιστές, λενινιστές, σταλινικούς, τροτσιστές, μαοϊκούς, μαρξιστές-λενινιστές, αριστεριστές, ριζοσπάστες κ.λπ., με τον κατάλογο να είναι ατελείωτος. Στην Ελλάδα μάλιστα προέκυψε το εξής φαιδρό, να υπάρχει το κόμμα ΚΚΕ-μλ καθώς επίσης και κόμμα …μλ- ΚΚΕ (μαρξιστικό-λενινιστικό). Κατ᾿ αναλογία προς τους χριστιανούς, οι μαρξιστές κατεσφαγιάσθησαν μεταξύ τους, όπως στην περίπτωση των μπολσεβίκων και των μενσεβίκων ή των σταλινικών και των τροτσιστών (κάθε φορά αλληλοκατηγορούμενοι ως διαστρεβλωτές του «αυθεντικού» μαρξισμού. ρεβιζιονιστές και «πράκτορες» του καπιταλισμού). Τέλος κάθε ομάδα, κατ᾿ αναλογία προς τις χριστιανικές οικουμενικές συνόδους, επικαλείται τις κομμουνιστικές διεθνείς διασκέψεις…

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αισθητική και τα εξωτερικά πρότυπα ανθρωπίνων τύπων που διεμόρφωσαν αντιστοίχως ο χριστιανισμός και ο μαρξισμός:

Όσον αφορά στους γυναικείους τύπους που εκπροσωπούν αυτές τις δύο ιδεολογίες, υφίσταται μία ενδιαφέρουσα ομοιότης: οι φανατικές υποστηρίκτριες και των δύο δογμάτων τείνουν να είναι εμφανώς απεριποίητες και ακαλαίσθητες. Στους ανδρικούς τύπους παρατηρείται ή ίδια τάση της συνειδητής (ή και ασυνείδητης) ατημελησίας. Όπως δε χαρακτηριστικώς εμφανίζονται οι σύγχρονοι αριστεριστές με τις βρωμερές «αφάνες», τα αηδιαστικά «ράστα» και τις ατημέλητες γενειάδες, θυμίζουν εκπληκτικά την πάγια αποφυγή καθαριότητος και την μεσανατολίζουσα αισθητική μιζέρια των φανατικών χριστιανών, λαϊκών, ιερέων και μοναχών.

Και οι δύο ιδεολογίες κατακρίνουν τον πλούτο ως κάτι το επονείδιστο, αλλά κατά περίεργο τρόπο, οποτεδήποτε δίδεται προς τούτο η ευκαιρία, ο εκάστοτε χριστιανός ή μπολσεβίκος δεν διστάζει να πλουτίσει κατά τον πλέον σκανδαλώδη τρόπο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα παρέχει η περιουσία της εκκλησίας, η οποία είναι ανυπολόγιστη, όπως ανυπολόγιστος είναι ο πλούτος του ΚΚΕ και διαφόρων μεγιστάνων της αριστεράς, των οποίων η σειρά είναι ατελείωτη. Είναι ενδεικτικό ότι η παρούσα «αριστερή» κυβέρνηση που έχει επικαθήσει ως βρόχος στον λαιμό του ελληνικού λαού, παρ᾿ ότι είναι μία κυβέρνηση μπολσεβίκων, είναι μακράν η πλουσιώτερη (με βάση τον πλούτο των υπουργών της) από την αρχή της μεταπολιτεύσεως!

Κατά προέκταση της εν γένει εκπληκτικής σημειολογικής ομοιότητος, πρέπει επίσης να επισημανθεί και η υπερβολική ροπή αμφοτέρων προς το ψεύδος. Ανεφέρθησαν προηγουμένως οι διάφορες από πλευράς χριστιανισμού μυθιστορίες περί «διωγμών», «θυμάτων», «μαρτύρων» κ.λπ., οι οποίες, κατά μίαν εντυπωσιακή σύμπτωση, δεν κατεγράφησαν από κανένα ιστορικό εκείνης της εποχής! Ακόμα και η ίδια η ύπαρξη του Ιησού δεν αναφέρεται πουθενά, πέραν των ευαγγελίων! Για δε τον μπολσεβικισμό, δεν υπάρχει οξυδερκεστέρα του συνοπτική περιγραφή από αυτή του υπουργού διαφωτίσεως της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας, Joseph Goebels:

Ο Μπολσεβικισμός είναι η δικτατορία των υποδεεστέρων ανθρώπων.

Εις την Αρχήν ανέρχεται διά του ψεύδους και εν τη Αρχή διατηρείται διά της βίας.

Το ψεύδος είναι – κατά την δοξασία του Λένιν, του πατρός της μπολσεβικικής επαναστάσεως – όχι μόνον θεμιτό μέσο αλλά και το επιτυχέστερον όπλο δια την επικράτηση του μπολσεβικικού αγώνος.

Ήδη ο Σοπενχάουερ είχε πει, ως γνωστόν, ότι ο Ιουδαίος είναι ο πατέρας του ψεύδους. Και δεν είναι, συνεπώς, καθόλου εκπληκτικόν ότι ο Μπολσεβικισμός και ο Ιουδαιοχριστιανισμός συναντώνται εις το σημείο τούτο, εμφαίνοντες κι εδώ την εσωτερικωτέραν των γενετικήν συγγένειαν.

Το ψεύδος χρησιμοποιείται κυριαρχικά και «μαστορικά» υπό του εβραϊκού μπολσεβικισμού. Καταπλήσσει ή μάλλον σοκάρει κατ’ αρχάς τόσον τον τίμιο και φιλαλήθη άνθρωπο, ώστε να μη είναι πλέον ούτος ικανός ν᾿ αντιτάξει οιανδήποτε εσωτερικήν αντίδρασιν.

Ακριβώς αυτό είναι όμως εκείνο, το οποίον επιδιώκει ο Εβραίος Μπολσεβίκος. Υπολογίζει επί του ότι ο φιλαλήθης άνθρωπος δεν μπορεί να φαντασθεί καν, ότι είναι ποτέ δυνατόν να ψεύδεται κανείς εις τοιούτον βαθμό, όπως ψεύδεται εκείνος, με την θρασείαν και αναίσχυντον φυσικότητα, με την οποία μετέρχεται το ψεύδος.

Όμως, απεναντίας: είναι δυνατόν να ψεύδεται μέχρι τοιούτου αδιανοήτου βαθμού!!! Ο μπολσεβικισμός το πράττει, πάντως και επιτυγχάνει ούτως εις τούς ακάκους και απονηρεύτους ανθρώπους τα εντυπωσιακά του αποτελέσματα.

Ένα, τέλος, αξιοπρόσεκτο στοιχείο σημειολογικής ομοιότητος αποτελεί η τάση τόσο του ιουδαιοχριστιανισμού όσο και του μπολσεβικισμού να περιφέρουν εικόνες των εμβληματικών εκπροσώπων τους. Είναι γνωστές σε όλους οι χριστιανικές λιτανείες και περιφορές αγίων, κατά τις οποίες περιφέρονται θρησκευτικές εικόνες που τους αναπαριστούν. Αντιστοίχως αν κάποιος αναζητήσει παλαιά βίντεο σοβιετικών παρελάσεων, ιδίως της περιόδου του Στάλιν, θα διαπιστώσει το ίδιο ακριβώς φαινόμενο, δηλαδή την περιφορά της εικόνος του γενικού γραμματέως. Η αυτή φαρσοκωμική προσωπολατρία ελάμβανε χώρα εις όλα τα κομμουνιστικά καθεστώτα, ακόμη δε και σήμερα, π.χ. στο καθεστώς της Βορείου Κορέας. Φυσικά η προσωπολατρία συνεχίζεται και μετά θάνατον, με τους χριστιανούς να προσκυνούν ευλαβικώς τα λείψανα των διαφόρων αγίων (καθιστάμενα κέντρα ιουδαιοχριστιανικής αγυρτείας, απάτης και αγελοποιήσεως των «καλών προβάτων») και να επισκέπτονται τους «αγίους τόπους», τους δε μαρξιστές να επισκέπτονται με την ίδια θρησκευτική ευλάβεια την μουμιοποιημένη σορό του Λένιν στη Μόσχα.

Οι σημειολογικές ταυτίσεις των δύο φαινομένων είναι ατελείωτες κι εκπληκτικές. Κλείνουμε την επισήμανσή τους κάνοντας μνεία της παρατηρήσεως του σπουδαίου μελετητού Ερνστ Ρενάν, ο οποίος (π.χ. στο σύγγραμμά του, μεταφρασμένο και στα ελληνικά, «Ο Μάρκος Αυρήλιος και το τέλος του Αρχαίου Κόσμου») περιγράφει και χαρακτηρίζει τους πρώτους χριστιανούς ως τους προλεταριακούς αντικοινωνικούς αναρχομπολσεβίκους της εποχής τους!

Τα προαναφερθέντα στοιχεία αποδεικνύουν ότι οι βαθύτερες ρίζες τόσο του σαουλικού χριστιανισμού όσο και του μπολσεβικισμού είναι οι ίδιες. Ανάγονται δε στο αυτό μεσανατολικό πνεύμα. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι ο χριστιανισμός, τουλάχιστον στην ευρωπαϊκή ήπειρο, ερχόμενος σε επαφή με την άρια κοσμοθέαση, εν πολλοίς μεταλλάχθηκε, λαμβάνοντας κάποια στοιχεία της πνευματικότητος αυτής, διατηρώντας έτσι άθελά του και συγκεκαλυμμένα τις πανάρχαιες παραδόσεις. Δυστυχώς όμως, λόγω της σημιτικής του υφής και δογματικότητος, ήταν εγγενώς αδύνατον να αποβάλει τον αρχικό του χαρακτήρα – και έτσι κατέληξε να έχει διττή φύση. Για τον λόγο αυτό σε κάποιες μεν περιόδους (υπερισχύσεως της πρωτογενούς αρίας φύσεως και χαρακτήρος) εμφανίστηκε ανδρείος ως Κάρολος Μαρτέλος και Βασίλειος Βουλγαροκτόνος (οπότε πρέπει να σημειωθεί ότι η ιδιότης ως χριστιανού ήταν κυρίως εθνοτικός χαρακτηρισμός, όπως και κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821) σε άλλες δε δειλός και ολέθρια υποτακτικός (: αληθινά χριστιανικός), όπως ο εξωμότης Πατριάρχης Γεννάδιος…

Δεν υπάρχουν σχόλια:


Προς τιμήν της άχρηστης γενιάς του "Πολυτεχνείου ΑΕ" 
αντί ανάρτησης, θα παραθέσουμε ολόκληρο το πόρισμα Τσεβά.
Μπορείτε να το δείτε σε μορφή pdf, κάνοντας κλικ ---> εδώ