Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

Αρχαία ερωτήματα -και διαπιστώσεις- για το πολιτικό παιχνίδι, τις προοπτικές της ελπίδας και το "ό,τι έγινε-έγινε"!


Γράφει ο Βασίλης Χασιώτης

Έφτασα λοιπόν διαβάζοντας το βιβλίο που έχω μπροστά μου, στη περιγραφή ενός συμποσίου στην ρωμαιοκρατούμενη Αθήνα. Είναι η στιγμή όπου η συνομιλία έχει ανάψει και ένας συνδαιτυμόνας, ο Απελλικών, που ελπίζει σε μια ανατροπή του ρωμαϊκού ζυγού, (και σε μια συμμαχία με τον Μιθριδάτη), λέει σ’ έναν άλλο, στον Φίλωνα, που μάλλον αισθάνεται ασφαλής με την παρουσία των Ρωμαίων στην Αθήνα : «…Αυτοί που μας κυβερνάνε τώρα είν’ ένα έκφυλο σινάφι –μια συμμορία παραδόπιστων, ματαιόδοξων, ασυνείδητων εκμεταλλευτών» (Ρόδης Ρούφος : Οι Γραικύλοι, εκδ. ΒΗΜΑ, Αθήνα, 2008, σελ. 35) Παλιό σαράκι και τούτο σκέφτηκα… Απ’ την άλλη, πάλι, ακούω μια φωνή, που μου λέει : «Τρώγονται σαν τον Ιουστινιανό με τη Θεοδώρα». Δεν μπορώ να καταλάβω από πού έρχονταν αυτή η φωνή. «Μη κοιτάς, μου λέει, σα χάχας δεξιά κι αριστερά. Είμαι πνεύμα. Είμαι ο άγιος Σέργιος». Σάστισα. Μετά την έκπληξη, ρώτησα τι ήθελε να πει : «Λοιπόν, μούπε, άκου πώς παίζεται το παιχνίδι, ή μάλλον, πώς έπαιζαν το παιχνίδι του δικομματισμού ο Ιουστινιανός και η Θεοδώρα.» «Κοιτώντας επιπόλαια, διαπιστώνεις πως ο Ιουστινιανός κι η Θεοδώρα διαφωνούν στα περισσότερα ζητήματα. Ο Ιουστινιανός είναι ιμπεριαλιστής κι επιδιώκει την ανασύσταση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, από τις Στήλες του Ηρακλή ως τον Ευφράτη. Η Θεοδώρα, αντίθετα, πιστεύει πως κάλλιο το κράτος να συσπειρωθεί στην ανατολική περιοχή του. Ο Ιουστινιανός, φανατικός ορθόδοξος, καταδιώκει τους μονοφυσίτες· ενώ η Θεοδώρα, χλιαρή ορθόδοξη, τους υποστηρίζει κρυφά. Απορείς κι αναρωτιέσαι : «Τι γίνεται εδώ, βρε παιδιά; Ο ένας σαμποτάρει την πολιτική του άλλου; Το κράτος θα πάει κατά κρημνών!» Κι όμως, φίλτατε, δεν είν’ έτσι! Ο Ιουστινιανός –δόλιος, υποκριτής και κρυψίνους- τα ’χει κάνει πλακάκια με την ερίτιμο σύζυγό του! Ο ένας καμώνεται πως ακολουθεί πολιτική Άλφα, ο άλλος Βήτα. Έτσι, και τα δυο κόμματα είναι απολύτως ευχαριστημένα, πως το καθένα του έχει την υποστήριξη του μιανού ηγεμόνα. Δηλαδή απάτη φίλτατε! Κοροϊδεύουν τον κόσμο!» (Μ. Καραγάτσης : Σέργιος και Βάκχος, εκδ. ΤΟ ΒΗΜΑ, Αθήνα, 2008, σελ. 187)

«Μα πού βρισκόμαστε; είπα, στο Βυζάντιο; Είμαστε στα 2009! Δεν μπορεί ερωτήματα πριν 2000 ή 1000 χρόνια να μη έχουν ακόμα βρει τη λύση τους;!» «Ονοματίσέ μου μια λύση σ’ ένα πρόβλημα που έχει να κάνει με την ανθρώπινη κατάσταση, με τον πόλεμο, την πείνα, τη φτώχεια, την αγωνία…» ακούστηκε μια φωνή που δεν ξέρω καν ποιανού ήτανε…

Συνεχίζω το διάβασμά μου. Α, μάλιστα! Γράφει για «νέους τρόπους να ελέγξουν τη διαφθορά» στην Αίγυπτο. Μάλιστα! Ας δούμε τι γράφει. Φαίνεται ότι η διαφθορά κατάντησε μάστιγα και αποφάσισε η κυβέρνηση να βάλει ένας τέλος –ή, έστω, ένα μέτρο- στο φαινόμενο. Διάταξε λοιπόν, «…κάθε άνδρας, μια φορά τον χρόνο, έπρεπε να δηλώνει μπροστά στον νομάρχη [επαρχιακό κυβερνήτη], με ποιόν τρόπο κέρδισε το ψωμί του· αν αποτύγχανε να το κάνει ή δεν μπορούσε να αποδείξει ότι η πηγή των εσόδων του ήταν τίμια, τον τιμωρούσαν με θάνατο…». Το διάταγμα φέρει την υπογραφή : Φαραώ Άμασις (Ηρόδοτος : Ιστορία, Β (Ευτέρπη), εκδ. ΚΑΚΤΟΣ, σελ. 250-253, (Β,177)) Αν μου λέγανε ότι ήτανε σημερινό θάλεγα «και γιατί όχι;»

Σήμερα, 2009 χρόνια μετά το Χριστό κι ακόμα περισσότερα μετά τον Άμασι, προβλήματα σαν τα παραπάνω, μεταλλάσσονται σαν τους ιούς και γίνονται όλο και ανθεκτικότερα στα αντιβιοτικά με τα οποία η πολιτική επιχειρεί να τα καταπολεμήσει. Και τούτο διότι, απλούστατα, είναι η ίδια η πολιτική που παράγει όχι μόνο τα αντιβιοτικά μα και τα ίδια τα προβλήματα, βλέποντας πόσο ωφέλιμη είναι η ύπαρξη και συντήρησή τους…

Ο Ποιητής, κάνοντας ένα άλμα στους αιώνες, στρέφεται προς το λαό και ψιθυρίζει πικρές αλήθειες : «Δυστυχισμένε μου Λαέ, καλέ κι’ ηγαπημένε, / πάντοτ’ ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε!» (Δ. Σολωμού : Άπαντα, εκδ. Γρηγόρη, σελ. 35) Τι δίλημμα! Τόσο αρχαίο όσο και σύγχρονο!

Οι πολιτικοί πουλούν τις πραμάτειες τους : εκεί στην αρχαία Αθήνα, στην αρχαία Ρώμη, στο Μεσαίωνα, Σήμερα . Εδώ το αξιόπιστο «ρεύμα» σκέψης που θα σας οδηγήσει σε ασφαλή λιμάνια, εδώ οι ελπίδες, οι προοπτικές!

Ποιο είναι αυτό το «ρεύμα»;

Λοιπόν, «ρεύμα» είμαστε εμείς, απαντώ εγώ! Ο Άνθρωπος που κοιτάζει Εμπρός είναι το «ρεύμα»! Τούτο το «εμπρός» το καμωμένο από πλήθος πισωγυρίσματα, μα που Τελικά-Πάει-Προς-Τα-Εμπρός. Προς τι όμως αυτή η κουβέντα περί «ρευμάτων» του πολιτικάντη; Ήθελε σώνει και καλά να πείσει ότι έπρεπε ν’ αποδεχτώ αντί προς τα Μπρος να πάω προς τα Πίσω! Έτσι εννοεί τη πρόοδο! Διότι λέει, ας πάρω ένα παράδειγμα, για να μη μιλώ στο βρόντο, πρέπει να βγαίνω στη σύνταξη αργότερα, να παίρνω λιγότερη σύνταξη, να δουλεύω αν είναι δυνατό ως ότου πεθάνω! Και γιατί όλα αυτά; Διότι υπάρχει, λέει τούτη η άθλια φωνή που μου παίρνει τ’ αυτιά, «αδήριτη ανάγκη». Και ποια είναι αυτή η «ανάγκη»; Ότι τα Ταμεία, λέει τούτος ο άθλιος, φαλίρισαν! Και γιατί φαλίρισαν; Διότι μια παρέα αθλίων τα λεηλάτησε, διότι ήταν πεδία ληστείας της λαμογιάς, διότι ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ που πληρώνουν ανελλιπώς τις εισφορές, τους, κάποιοι άλλοι «κοινωνικοί εταίροι», διάβαζε «διαπλεκόμενοι (μεγαλο)καρχαρίες», ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ, είναι οι πιο τρανοί εισφοροδιαφυγείς, πες εισφοροληστές. Εισφοροληστές, γιατί οι εισφορές ΜΟΥ δεν χάθηκαν ως δια μαγείας. Κάποια χέρια μπήκαν λάθρα στο κρατικό κουρβανά, είτε παίρνοντας, είτε αρνούμενα να συνεισφέρουν. Δηλαδή, εκτός των άλλων, τα λεφτά τα δικά μου τους χρηματοδοτούσαν κιόλας! Χρηματοδοτούσα όσους με έκλεβαν! Διότι τα λεφτά που δεν απέδιδαν στα Ταμεία, σίγουρα δεν τα μοίραζαν στους άστεγους! Και τι μου λέει αυτή η άθλια επιχειρηματολογία σ’ αυτά τα ερωτήματα; Α, τη γνωρίζω την απάντηση : «Ό,τι έγινε-έγινε!», και μιας και δεν πρόκειται να πληρώσουν οι κλέφτες, θα πληρώσει το θύμα, γι΄ ακόμα μια φορά! Και μου ζητά αυτό να το κάνει και με τη δική μου συναίνεση. Καλούμαι να συναινέσω όχι δηλαδή μονάχα στην εκ νέου κλοπή σε βάρος μου, μα και να νομιμοποιήσω μια πολιτική που υπηρετεί τέτοιους στόχους! Ποιος μπορεί όμως να καταπίνει συνεχώς αυτό το «ό,τι έγινε-έγινε!»

«Μα προς τι όλη αυτή η έκπληξη σου;» με ρωτά ο Λέων ο Σοφός, μέσα από ‘να ανοιγμένο βιβλίο μπρος μου. Δεν στο ‘πα τόσες φορές –μου λέει- ότι θα «Βασιλεύσουν μετά ταύτα / αναιδείς και άγνωστοί τε, / άνδρες τοίνυν και γυναίκες / μιαροί και βέβηλοί τε…;» (Κ. Παλαμάς : Ποίηση – Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου – Ο Τάφος, σελ. 101,) «Έχει δίκιο» λέει αναστενάζοντας ένας άλλος Σοφός, και προσθέτει μελαγχολικά : «Πάρα πολλοί ζούνε και πάρα πολλοί κρέμονται στα κλαδιά τους. να γινότανε να ‘ρθει μια θύελλα να τινάξει όλους αυτούς τους σάπιους και σκουληκιασμένους από το δέντρο!» (Φρ. Νίτσε : Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, 2η έκδοση, εκδ. Δωδώνη, σελ. 116) Και πότε ήταν, είναι, θάναι, τούτο το «μετά ταύτα», τον ρωτώ; «Σκέψου» μου λέει, «σκέψου»… Και σκέφτομαι ότι το «μετά ταύτα», δεν ήρθε κάποια στιγμή εδώ κι έφυγε προσωρινά, ούτε το περιμένουμε να φανεί κάπου σήμερα ή αύριο. Το «μετά ταύτα», είναι πάντα παρόν στο κάθε σήμερα, μονάχα που σα δεν είναι ο καιρός του, είτε λουφάζει είτε συνεργάζεται με τον εχθρό του, είτε φορά μάσκα. Το «μετά ταύτα», δεν θάρθει, είναι πάντα παρόν στο σήμερα.

Τα κόμματα εξουσίας ιστορικά στη χώρα μας αντιμάχονται μεταξύ τους για το ποιος τραυματίζει λιγότερο (πες : περισσότερο) τούτο το τόπο. Την ιδέα να μην τον τραυματίζουν καθόλου φαίνεται πως ούτε τα ίδια τολμούν να τη πιστέψουν. Εξ ου και ένας ατέλειωτος συμψηφισμός μεταξύ αυτών που εναλλάσσονται στο θώκο του Τιμωρού. Κι έτσι περνάν οι μέρες, οι εβδομάδες, οι μήνες, τα χρόνια, οι δεκαετίες, έως ότου μη όντας οι ίδιοι στη ζωή, τούτο το άχαρο μέτρημα των χαμένων ευκαιριών, των χαμένων προοπτικών, των χαμένων ελπίδων θα το αναλάβει η επόμενη γενιά, κι εμείς πάντα θα ελπίζουμε ότι τα πράγματα θάναι καλύτερα για τα παιδιά μας. Και το λέω αυτό σε μια στιγμή, όπου ακόμα και τα όποια καλύτερα επίπεδα ευημερίας που με τόσο κόπο και με το σταγονόμετρο κατακτούσε η κάθε γενιά, που με τόσο κόπο κατόρθωνε να ξεκλέβει –κυριολεκτικά ψίχουλα- απ’ το προϊόν του ίδιου της του μόχθου, σήμερα, όλοι αναγνωρίζουμε, ότι δεν παραδίνουμε στα παιδιά μας ούτε καν την προοπτική της στασιμότητας, που πλέον φαντάζει –η στασιμότητα- σαν μια ευλογία, μπρος στον μπαμπούλα της οπισθοδρόμησης που φαίνεται να στρογγυλοκάθεται στο θρόνο που λέγεται «ΑΥΡΙΟ»… Και το κυριότερο, αν ίσαμε χτες είχαμε κάποιες εναλλακτικές ιδεολογίες που υπόσχονταν –έστω ψεύτικες- ελπίδες, σήμερα, δεν υπάρχει τίποτα το εναλλακτικό. Το μόνο που υπάρχει είναι μια γενικευμένη απόρριψη – ό,τι το χειρότερο… Ακόμα και το ψέμα, που όμως μπορούσε να εμψυχώσει, έκανε τη δουλειά του… Θα μπορούσα να φέρω κάμποσα παραδείγματα για την –ενίοτε- αναγκαιότητα ενός τέτοιου ψέματος. Πολύ πρόχειρα, ας φέρω ένα παράδειγμα απ’ τη δική μας ιστορία, στα πρώτα βήματα της ανεξαρτησίας του κράτους μας : Όπως έγραφε –τότε- ο αγωνιστής Κάρπος Παπαδόπουλος «…η ρήξις της επαναστάσεως εσυνοδεύετο και με πολλά ψεύδη. Ειδ’ άλλως ήτο δύσκολον να κινήση τις τον πεφοβισμένον λαόν ν’ αδράξη τα όπλα κατά των δεσποτών αυτού… Δια να δοκιμάσω ένα πεφοβισμένον χωρικόν, έθεσα έμπροσθέν του φονευμένον Τούρκον, και του είπον να τον κτυπήση με την μάχαιραν. Αλλ΄ αυτός τρέμων, δεν ετόλμησεν.» (Κυριάκος Σιμόπουλος : Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21, Τόμος 1 : 1821-1822, Αθήνα, 1984, σελ. 42) Το ψέμα κάποια στιγμή γίνονταν αντιληπτό, όμως, εν τω μεταξύ, είχαν γίνει εκείνα τα επιθυμητά βήματα στα οποία το διαψευσμένο ψέμα είχε συμβάλλει… Ο Νίτσε θα πει «… όποιος είναι ανίκανος να πει ψέματα, βρίσκεται πολύ μακριά ακόμη από την αγάπη της αλήθειας. Φυλαχτείτε!…» (Φρ. Νίτσε : Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, 2η έκδοση, εκδ. Δωδώνη, σελ. 388) θέλοντας με τούτο να τονίσει την ανθρώπινη αλλά πραγματική αδυναμία προς την εξωπραγματική έπαρση όσων υποστηρίζουν ότι μονάχα την αλήθεια λένε… Πιστεύω όμως, ότι το παράδειγμα που έθεσα αμέσως ανωτέρω, διευκρινίζει τουλάχιστον εγώ πώς εννοώ αυτή τη θέση…